Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Πάσχοντας από εκτεταμένο (νεο)φιλελευθερισμό [episode 285, season 3].



Από το άρθρο του Κασιμάτη  «Η ευκαιρία της ΧΑ για τη δημοκρατία» στην Καθημερινή και την κινδυνολογική μπαρουφολογία του Βήματος περί «Πραξικοπήματος που… δεν έγινε»,  η μπάλα της φιλελεύθερης ανοησίας ξαναγυρνάει στο γήπεδο της Καθημερινής με τον Πάσχο Μανδραβέλη να μας μιλάει για Το«πραξικόπημα» που έγινε.
 
Στο ίδιο πνεύμα με το συνάδελφό του, ο Πάσχος αναπαράγει τη γνωστή φιλελεύθερη άποψη πέρι του κινδύνου του δημοκρατικού πολιτεύματος από τα δεξιά και αριστερά «άκρα», τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είναι φορείς της «ανοργάνωτης ανομίας» (!!!) η οποία, «διαβρώνει τους πολιτειακούς αρμούς» (!!!)

Τι συνιστά όμως την «ανοργάνωτη ανομία» για τον συντάκτη;  Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

"Ο βασικός καμβάς [1]  κάποιων «ζωηρών» (δεξιών και αριστερών που ασπάστηκαν τη ρητορεία περί «ξενοκίνητης κατοχής» ή «χούντας του Μνημονίου»), ήταν ότι μόνο μια «δυναμική λύση» μπορεί να τελειώσει τα βάσανα του λαού."

Σίγουρα, μεγάλο μέρος της κρατικιστικής αριστεράς, και όχι μόνο, ασπάζεται την «περί κατοχής ή χούντας» φιλολογία, όμως που και ποιές ήταν οι «δυναμικές λύσεις» που εκφράστηκαν από αυτό το πολιτικό κομμάτι; Λύσεις σε εισαγωγικά που μας κλείνουν το μάτι ότι πρόκειται περί «επικίνδυνων» λύσεων, όπως πχ ένα πραξικόπημα. Αντίθετα, η (ακρο)δεξιά έχει επανειλλειμένα ταχθεί υπέρ τέτοιων «δυναμικών λύσεων». Κάποιοι μάλιστα από του θιασώτες τους θήτευσαν ή/και θητεύουν στο αστικό, δημοκρατικό κοινοβούλιο. Φυσικά, ο Πάσχος δεν μπορεί να στηρίξει με ουσιαστικό τρόπο το επιχείρημά του και έτσι εξισώνει ένα παραληρηματικό  βίντεο που ανέβηκε στο ίντερνετ, ενός τύπου που «καλεί σε αντάρτικο πόλης» [2], το οποίο μάλλον γέλιο προκαλεί, με το κάλεσμα απόστρατων αξιωματικών για συγκρότηση «πολιτοφυλακών».  Πληροφορία που αναπαράχθηκε σε έγκριτες εφημερίδες  όπως το Έθνος. Μάλιστα, ο Πάσχος τα γράφει αυτά χωρίς να μπει στο κόπο να αναφέρει αυτό που ήδη υπάρχει: τάγματα εφόδου της ΧΑ τα οποία δρουν υπό την προστασία και ενίοτε την συνεργασία της αστυνομίας.

Στη δεύτερη παράγραφο μπαίνει στο ζουμί στοχοποιώντας πλέον ξεκάθαρα τα κινήματα αντίστασης. Μαεστρικά, από τα τανκς που (δεν) κατέβασαν κάποιοι στους δρόμους, πηγαίνει στις πλατείες του περασμένου καλοκαιριού όπου (δεν) ανατράπηκε το πολίτευμα. Και μέσα σε τρεις γραμμές καταθέτει τον πυρήνα της άποψής του:

Οπως, όμως, γίνεται παντού και πάντα δίπλα στον βασικό κορμό των κοινωνικών κινημάτων ανθούν και οι δεξιοί ή αριστεροί «ριζοσπάστες», εκείνοι που νομίζουν ότι η πολιτική είναι ένα «στημένο παιγνίδι σκοτεινών συμφερόντων» ή πιστεύουν ότι «οι εκλογές είναι ο φερετζές της δικτατορίας».

Για να στηρίξει αυτήν τη σαθρή ιστορικά και κοινωνικά αντίληψη, δεν προσφεύγει  σε κανένα απολύτως επιχείρημα. Η άποψη αυτή σερβίρεται με την ωμότητα του ανθρώπου που είναι στο πλευρό της εξουσίας και δεν χρειάζεται να ορίζει και να εξηγεί, λες και γράφει για το αν του αρέσουν οι μπάμιες. Για τον Πάσχο και τους ομοίους του,  τα κοινωνικά κινήματα, έχουν ένα «βασικό κορμό», κάτι σαν το «βασικό καμβά», και «δίπλα» (προσέξτε όχι «μέσα» στα κοινωνικά κινήματα) ανθούν δεξιοί και αριστεροί  «ριζοσπάστες».  Οι «ριζοσπάστες» αυτοί έχουν «λύσεις» εκτός δημοκρατικού πλαισίου και αποπλανούν πολλές φορές το πλήθος, το «βασικό κορμό», καθώς βρίσκουν εύκολα μεγάλο ακροατήριο, γράφει ο συντάκτης. Πέραν της προφανούς αδυναμίας να ορίσει γιατί ανθούν ριζοσπάστες εντός εισαγωγικών, πέραν της ανιστόρητης κατανόησης των κινημάτων, πέραν της αναλήθειας περί δεξιών «ριζοσπαστών» (συγχέει σκόπιμα τους παρακρατικούς με τους πολιτικά στρατευμένους) μας διαβεβαιώνει ότι αυτή η άνθηση «ριζοσπαστών» και η παραπλάνηση του «βασικού κορμού», «γίνεται παντού και πάντα» στα κοινωνικά κινήματα. Άρα ο Πάσχος θεωρεί ότι τα κοινωνικά κινήματα αποτελούνται από ηλίθιους οι οποίοι μανιπουλάρονται εύκολα και άρα (τα κινηματα) είναι επικίνδυνα για την ομαλότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος. 

Και το πιστεύει αυτό ο Πάσχος γιατί στην επόμενη παράγραφο αρχίζει: Το «πραξικόπημα» που έγινε εκείνες τις μέρες ήταν άκρως νεοελληνικό: μια κατάσταση χύμα ανομίας που θα μπορούσε να βγει εκτός ελέγχου. Αναφέρεται στο «κίνημα τον πλατειών», την κατάληψη δημόσιων χώρων και «τα όσα αντικοινοβουλευτικά ακούστηκαν εκείνες τις μέρες». Σίγουρα, στις πλατείες ακούστηκαν, ευτυχώς και αντικοινοβουλευτικά συνθήματα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, όμως όταν το κοινοβούλιο περιλαμβάνει πλέον αυτό το οποίο ο Πάσχος δεν φανταζόταν, τους ελλήνες νεοναζί, μήπως τότε το πρόβλημα το έχει ο Πάσχος και το δημοκρατικό πολίτευμα όχι όσοι κριτικάρουν τον κοινοβουλευτισμό ή την αντιπροσώπευση;  Ο Πάσχος, ποτέ δεν φανταζόταν ότι η ΧΑ θα έμπαινε στη Βουλή και οι δημοκράτες νοικοκυραίοι θα χειροκροτούσαν τα πογκρόμ της.  Δεν δεν θα μπορούσε να το φανταστεί  όχι γιατί πάσχει από έλλειψη φαντασίας αλλά γιατί ανήκει στο πλέγμα των ανθρώπων της πολιτικής και οικονομικής  εξουσίας και δουλειά του είναι να το προασπίζεται. Αυτό το πλέγμα πολιτικών και οικονομικών αφεντικών έχει φέρει τους νεοναζί στη βουλή και στους δρόμους.

Και στο καπάκι, από την κριτική του κοινοβουλευτισμού, ως δείγμα της «ανοργάνωτης ανομίας», περνάει στον υπερβάλοντα ζήλο ενός στρατιωτικού αγήματος, που παρέλασε στη Θεσσαλονίκη την 28η Οκτωβρίου 2011. Παρά τις ρητές διαταγές που δόθηκαν για ακύρωση της παρέλασης, ένα -ένοπλο μάλιστα- σώμα μελλοντικών αξιωματικών παρέμεινε σε πλήρη στοίχιση και παρήλασε τραγουδώντας το «Μακεδονία Ξακουστή» υπό τις επευφημίες των συγκεντρωμένων.
 
Να και άλλο ένα παράδειγμα «ανοργάνωτης ανομίας», φωνάζει ο Πάσχος. Η δημιουργία δημόσιων χώρων αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας, για  ζητήματα που αφορούν τη ζωή και την καθημερινότητά μας, μέσω πρακτικών όπως η κατάληψη μιας πλατείας, η το μπλοκάρισμα της κυκλοφορίας (του εμπορεύματος) κλπ, ταυτίζεται με την εθνικιστική ηλιθιότητα, μιας δράκας αξιωματικών του στρατού που οργανωμένα παρήλασαν, έκαναν δηλαδή πράξη αυτό που το κράτος έχει θεσμοθετημένο: το μιλιταριστικό θέαμα των εθνικών επετείων.

Μάλιστα, ο δημοκράτης δημοσιογράφος, επιπλήττει μέχρι και τον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ γιατί όπως πιστεύει «η άρνηση στρατιωτικών να υπακούσουν σε διαταγές είναι ακόμη πιο επικίνδυνο», από την παράβαση του νόμου. Εδώ δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την πίστη στην παράλογη πειθαρχία του στρατιωτικού μηχανισμού. Ένας, φιλελεύθερος δημοκράτης όπως ο Πάσχος, επικαλείται ως αρχή, ανώτερη από το νόμο, την στρατιωτική διαταγή. Πίσω από την δήθεν αντίθεσή του στους εθνικιστές στρατιωτικούς που παρέλασαν βρίσκεται η επίκλησή του για ένα πιο σκληρό και φερέγγυο κρατικό και στρατιωτικό διοικητικό μηχανισμό. 

Η χρήση της πρωτότυπης έννοιας «ανοργάνωτη ανομία» δεν είναι παρά η αδυναμία του να γράψει αυτό το οποίο επικαλείται διαρκώς: τον «οργανωμένο νόμο» ή, για να το πούμε απλά, το δόγμα "Νόμος και Τάξη". Τον νόμο τον οργανώνει το κράτος και την τάξη την επιβάλλουν ο στρατός, η αστυνομία και τα μίντια. Η δημοκρατία δεν μαραζώνει επειδή μπήκαν στη βουλή οι χρυσαυγίτες. Φασίστες, ακροδεξιοί, εθνικιστές πάντα υπήρχαν στη βουλή. 

Η δημοκρατία και ο φασισμός, δεν είναι ακριβώς δυο αντίθετοι πολιτικοί πόλοι και αυτό το δείχνει η ιστορία. Πρόκειται περισσότερο για δυο διαφορετικές μορφές άσκησης πολιτικής εξουσίας πάνω στην εργασιακή δύναμη και γενικότερα στον πληθυσμό. Όσο η παγκόσμια κρίση βαθαίνει και όσο το κεφάλαιο μέσω της καταστροφής αξίας (ζωντανής εργασίας και μέσων παραγωγής) και της αναδιάρθρωσης των ταξικών σχέσεων επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία του επί της εργασιακής δύναμης, τόσο η δημοκρατική πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας θα αποκτά πιο πειθαρχικά, ολοκληρωτικά, φασιστικά χαρακτηριστικά, αποκαλύπτοντας το κράτος σαν αυτό που είναι: μια μηχανή αστυνόμευσης, πειθάρχησης και κοινωνικής διαλογής. Το αν οι λειτουργίες αυτές πραγματοποιούνται περισσότερο δημοκρατικά ή φασιστικά, δηλαδή μέσα σε ένα (υποτιθέμενο) κλίμα συναίνεσης ή μεσα σε κλίμα τρόμου και εξαναγκασμού, είναι καθαρά ζήτημα της ταξικής πάλης της οποία ο συσχετισμός δυνάμεων αντανακλάται κάθε στιγμή στην πολιτική μορφή της κοινωνίας.

Το ότι σήμερα οι (νεο)φιλελεύθεροι ζητάνε περισσότερο Κράτος, οι ίδιοι που χθες λοιδωρούσαν το κράτος σαν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη, δεν είναι παράδοξο. Το κράτος ήταν βασικό όχημα στην επιβολή των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών αναλαμβάνοντας το μεθοδικό ξήλωμα των θεσμών πρόνοιας, ενισχύοντας την αστυνομική-ποινική του λειτουργία και διαμορφώνοντας νέες συνθήκες για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και τη θέση της μέσα στην παραγωγική διαδικασία (νόμοι για την εκπαίδευση, για την κοινωνική ασφάλιση, για τις ευέλικτες μορφές εργασίας κλπ.). Χωρίς το κράτος η εκτεταμένη εμπορευματοποίση της κοινωνικής αναπαραγωγής, η ενσωμάτωση του ανταγωνισμού στον «τρόπο ζωής», θα ήταν αδύνατη. Ο νεοφιλελευθερισμός όχι απλά δεν εγκατέλειψε το κράτος αλλά αντίθετα συνδύασε την αστυνομία της αγοράς με τις αστυνομικές δυνάμεις του κράτους

Κλείνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω στον «κολονέλο» της προπαγάνδας:
«You can fool some people sometimes. But you can’t fool all the people all the time». 



[1] Θα θέλαμε να πληροφορήσουμε τον κύριο ΠΜ ότι ο "καμβάς" είναι κενός και εκεί πάνω ζωγραφίζουν ή κεντάνε. Άρα η μεταφορά για να περιγραφεί μια κοινή βάση απόψεων, είναι αδόκιμη. Επιπλέον, η λέξη «βασικός» δεν έχει καμία σημασία ως επιθετικός προσδιορισμός του «καμβά». Φαίνεται ότι η εφημερίδα πάσχει από επιμελητές κειμένων. 
[2] Για την ιστορία, ο Πάσχος αναφέρεται σε ένα βίντεο που είχε χρησιμοποιηθεί στην προεκλογική κόντρα: η καταγγελία της ΝΔ ότι το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, Ιφικράτης Αμυράς «καλεί ομάδες πολιτών να κάνουν αντάρτικο πόλεων», καταγγελία που διαψεύστηκε.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο Malevich θα έριχνε κλωτσιές;

Με αφορμή την εκκένωση της κατάληψης Δέλτα αλλά και τις φήμες σχετικά με την εκκένωση της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ, η οποία προορίζεται στα μυαλά ορισμένων να γίνει μουσείο και να στεγάσει τη συλλογή Κωστάκη με έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας, ανεβάζω εδώ ένα κείμενο για τον Βλαντιμίρ Τατλίν, έναν από τους εκπροσώπους της Ρ.Π. Συνοδεύεται από άλλα δύο κείμενα ένα για τον Μαγιακόβσκι και ένα για τις γιορτές στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής ένωσης, τα οποία γράφτηκαν το '72-'73, και τα οποία σκόπευα να τα ανεβάσω όλα μαζί, αλλά επ' ευκαιρίας των (μη) γεγονότων ανεβάζω μόνο του το ένα εκ των τριών.
Ευχαριστώ τον coghnorti που μου είχε επισημάνει το site http://www.revoltagainstplenty.com, όπου και υπήρχαν τα ανωτέρω. 

Επίσης μετά τη δριμύα κριτική που μου έγινε για το ποηγούμενο ποστ -ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν μια κριτική στον Γκοντάρ- οφείλω να δικαιολογηθώ λέγοντας πως το ενδιαφέρον για το θέμα ήταν κυρίως προσωπικό και παρεμπιπτόντως δημοσιεύτηκε - πράγματι δεν ξέρω την έκταση της κοινωνικής χρησιμότητας του άρθρου αυτού. Από την άλλη βέβαια δεν είμαστε και επαναστατικό μπλογκ ο καθένας ότι να 'ναι ανεβάζει εδώ μέσα.. Ελπίζω πάντως η παρούσα δημοσίευση να είναι λίγο πιο ενδιαφέρουσα απ' την πρηγούμενη.

Γενικότερα σχετικά με τις καταλήψεις εδώ. Υπάρχει πορεία καλεσμένη από την ΦΥ την πέμπτη, και άλλα συναφή δρώμενα (sic) την παρασκευή.

το κείμενο στο λίνκ αυτό > Τατλίν: ο μέγας ηλίθιος...

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Φιλολογικές αναλύσεις

Ο ρόλος του Γκοντάρ, ΚΔ τχ. #10

Από την αγγλική μετάφραση του Ken Knabb (ελαφρώς τροποποιημένη από την εκδοχή της Ανθολογίας της Καταστασιακής Διεθνούς).
 
Στον κινηματογράφο ο Γκοντάρ αντιπροσωπεύει την τυπική ψευδοελευθερία και την ψευδοκριτική στους τρόπους και τις αξίες – τις δυο αδιαχώριστες εκδηλώσεις κάθε ψεύτικης, ενσωματωμένης σύγχρονης τέχνης. Όλοι κάνουν το παν για να τον παρουσιάσουν σαν παρεξηγημένο καλλιτέχνη που δεν τυγχάνει της εκτίμησης που του αρμόζει, συγκλονιστικά τολμηρό και άδικα απεχθανόμενο· και όλοι τον εγκωμιάζουν, από το περιοδικό Elle μέχρι τον Αραγκόν-τον-Γηραλαίο1. Παρά το γεγονός πως απουσιάζει κάποια πραγματική κριτική στον Γκοντάρ, βλέπουμε να αναπτύσσεται μια ορισμένου τύπου αναλογία ως προς τη διάσημη θεωρία της αύξησης των αντιστάσεων στα σοσιαλιστικά καθεστώτα: όσο περισσότερο εξυμνείται ο Γκοντάρ ως εξαίσιος ηγέτης της σύγχρονης τέχνης, τόσο περισσότεροι άνθρωποι σπεύδουν να τον υπερασπιστούν από απίστευτες συνωμοσίες. Οι επαναλήψεις των ίδιων αδέξιων ηλιθιοτήτων στις ταινίες του θεωρούνται αυτόματα συναρπαστικές καινοτομίες. Υπερβαίνουν κάθε προσπάθεια ερμηνείας· οι θαυμαστές του τις καταναλώνουν τόσο μπερδεμένοι και αφηρημένοι όσο κι ο Γκοντάρ όταν τις παρήγαγε, επειδή αναγνωρίζουν σ' αυτές τη διαρκή έκφραση μιας υποκειμενικότητας. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά πρόκειται για μια υποκειμενικότητα που βρίσκεται στο επίπεδο ενός υπαλλήλου διαπαιδαγωγημένου από τα μας-μίντια. Οι “κριτικές” στον Γκοντάρ δεν ξεπερνούν ποτέ το άκακο χιούμορ που είναι χαρακτηριστικό στα κόμικ των νυχτερινών μαγαζιών και στο περιοδικό Mad. Η περήφανη κουλτούρα του είναι εν πολλοίς ίδια με αυτή του κοινού του, το οποίο έχει διαβάσει ακριβώς τις ίδιες σελίδες στις ίδιες εκδόσεις των περιπτέρων. Οι δυο πιο διάσημοι στίχοι από το πιο πολυδιαβασμένο ποίημα του πιο υπερεκτιμημένου Ισπανού ποιητή (“Αχ τι φοβερές εκείνες οι πέντε το απόγευμα – το αίμα δεν θέλω να το δω” στο Pierrot le Fou) αυτό είναι το κλειδί της μεθόδου του Γκοντάρ. Ο πιο διάσημος αποστάτης της σύγχρονης τέχνης, ο Αραγκόν, στο Lettres Françaises (9 Σεπτεμβρίου 1965), απέδωσε ένα φόρο τιμής στον νεαρότερο συνάδελφό του, ο οποίος, προερχόμενος από έναν τέτοιο ειδικό, ταιριάζει γάντι: Η τέχνη σήμερα είναι ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ... υπεράνθρωπης ομορφιάς... διαρκούς εξαίσιας ομορφιάς... Δεν υπάρχει πρόδρομος του Γκοντάρ εκτός από τον Λοτρεαμόν... Αυτό το ιδιοφυές παιδί.” Ούτε ο αγαθότερος των αγαθών δε μπορεί να ξεγελαστεί έτσι απλά, μετά από μια τέτοια μαρτυρία από μια τέτοια πηγή.
Ο Γκοντάρ είναι Ελβετός από τη Λοζάννη που φθονούσε το στυλ των Ελβετών της Γενέβης, κι έπειτα το στυλ των Ηλυσίων Πεδίων, και η επιτυχημένη άνοδός του από τις επαρχίες είναι άκρως παραδειγματική, σε μια περίοδο που το σύστημα παλεύει να εισάγει τόσο πολλούς “πολιτισμικά αποστερημένους” ανθρώπους σε μια καθωσπρέπει κατανάλωση κουλτούρας - ακόμα και “avant-garde” κουλτούρας, αν δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν αναφερόμαστε εδώ στην απολύτως κομφορμιστική εκμετάλλευση οποιασδήποτε τέχνης ομολογεί πως είναι καινοτόμα και κριτική. Καταδεικνύουμε την ευθέως κομφορμιστική χρήση του κινηματογράφου από τον Γκοντάρ. Βεβαίως, οι ταινίες, όπως τα τραγούδια, έχουν ενδογενείς δυνάμεις διαμόρφωσης του θεατή: ομορφιές, αν προτιμάτε, που είναι στη διάθεση εκείνων που επί του παρόντος έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τους εαυτούς τους. Ως ένα σημείο τέτοιοι άνθρωποι κάνουν μια σχετικά έξυπνη χρήση αυτών των δυνάμεων. Αλλά είναι σημείο των γενικών συνθηκών του καιρού μας το ότι η εξυπνάδα τους είναι τόσο περιορισμένη, και το ότι το εύρος των σχέσεων τους με τους κυρίαρχους τρόπους ζωής γρήγορα αποκαλύπτει τα απογοητευτικά όρια των εγχειρημάτων τους. Ο Γκοντάρ είναι για τον κινηματογράφο ότι ο Λεφέβρ ή ο Μορέν για την κοινωνική κριτική: ο καθένας τους κατέχει το φαίνεσθαι μιας κάποιας ελευθερίας στο στυλ ή στο θέμα (στην περίπτωση του Γκοντάρ, έναν σχετικά ελεύθερο τρόπο συγκριτικά με τις μπαγιάτικες συνταγές της κινηματογραφικής αφήγησης). Αλλά έχουν πάρει αυτήν την ελευθερία από κάπου αλλού: απ' ότι μπόρεσαν να αδράξουν από τις προχωρημένες εμπειρίες της εποχής. Αποτελούν το Club Med της σύγχρονης σκέψης (βλ. σε αυτό το τεύχος “Το Περιτύλιγμα του “Ελεύθερου Χρόνου” ”). Χρησιμοποιούν μια καρικατούρα ελευθερίας, σαν εμπορεύσιμη σαβούρα, στη θέση του αυθεντικού. Αυτό γίνεται σε όλα τα πεδία, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού της τυπικής καλλιτεχνικής ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο είναι απλώς ένα τμήμα του γενικότερου προβλήματος της ψευδοεπικοινωνίας. Η “κριτική” τέχνη του Γκοντάρ και οι κριτικοί τέχνης που τον θαυμάζουν, όλοι τους δουλεύουν για να συγκαλύψουν τα τρέχοντα προβλήματα μιας κριτικής στην τέχνη - την αληθινή εμπειρία μιας “επικοινωνίας που εμπεριέχει την ίδια της την κριτική”, σύμφωνα με μία φράση της ΚΔ. Σε τελική ανάλυση η τρέχουσα λειτουργία του Γκονταρισμού είναι να εμποδίσει μια καταστασιακή χρήση του κινηματογράφου.
Ο Αραγκόν ανέπτυξε για κάποιο διάστημα τη θεωρία του για το κολάζ στη σύγχρονη τέχνη μέχρι και τον Γκοντάρ. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να ερμηνευθεί η μεταστροφή με τρόπο τέτοιο ώστε να επέλθει η διάβρωσή της από τον κυρίαρχο πολιτισμό. Θέτοντας τα θεμέλια για μια Τολιάτικη2 παραλλαγή Γαλλικού Σταλινισμού, οι Γκαροντί και Αραγκόν στήνουν έναν “εντελώς ανοικτό” καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ακριβώς την ίδια στιγμή κατά την οποία μετακινούνται “από το ανάθεμα στο διάλογο” με τους παπάδες. Ο Γκοντάρ θα μπορούσε να γίνει ο καλλιτεχνικός τους Τεϊλαρισμός3. Πράγματι το κολάζ, που έγινε διάσημο από τον κυβισμό κατά τη διάλυση των πλαστικών τεχνών, είναι μόνο μια συγκεκριμένη περίπτωση (μια καταστροφική στιγμή) της μεταστροφής: είναι μετάθεση, η απιστία του στοιχείου. Η μεταστροφή, που την επεξεργάστηκε αρχικά ο Λοτρεαμόν, αποτελεί επιστροφή σε μια ανώτερη αφοσίωση στο στοιχείο. Εν πάσει περιπτώσει, η μεταστροφή κυριαρχείται από τη διαλεκτική αποαξιολόγηση-επαναξιολόγηση του στοιχείου εντός της ανάπτυξης ενός ενοποιημένου νοήματος. Όμως το κολάζ του απλώς απαξιωμένου στοιχείου έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως, πολύ πριν να αποτελέσει δόγμα της Ποπ Αρτ, στον μοντέρνο σνομπισμό του μετατεθιμένου αντικειμένου (δημιουργία δοχείου μπαχαρικών από φιάλη χημείας, κ.τ.λ.)
Αυτή η αποδοχή της απαξίωσης επεκτείνεται τώρα σε μια μέθοδο συνδυασμού ουδέτερων στοιχείων που μπορούν να υποκαθιστούν το ένα το άλλο επ' άπειρον. Ο Γκοντάρ είναι ένα ιδιαίτερα βαρετό παράδειγμα μια τέτοιας χρήσης χωρίς άρνηση, χωρίς κατάφαση και χωρίς ποιότητα.

1Αραγκόν-ο-Γηραλαίος: δημοφιλής χαρακτηρισμός για το σουρεαλιστή Λουί Αραγκόν μετά που έγινε Σταλινικός. Κατά τις σουρεαλιστικές του ημέρες είχε κάνει κάποτε μια περιφρονητική αναφορά στη “Μόσχα-τη-Γηραλαία”
2(σ.τ.ε.μ.) Παλμίρο Τολιάτι: Γραμματέας του Κ.Κ.Ιταλίας από το 1927 μέχρι το 1964. 
3καλλιτεχνικός Τεϊλαρισμός: δηλ. μια μοντέρνα καλλιτεχνική-Σταλινική σύνθεση, σε αναλογία με τη μοντέρνα επιστημονική-Καθολική σύνθεση του Πιέρ Τεϊλάρ ντε Σαρντέν.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Breaking News

φωτο: είδα έναν άγγελο στο τρένο αυτό το πρωί

 "τα οψώνια της αμαρτίας είναι θάνατος και η παράχρησις των σωματικών οργάνων του ανθρωπίνου όντος εγκυμονεί τρομακτικές συνέπειες τόσο στην ψυχική όσο και την σωματική υγεία του"

"Με ανακοίνωσή του το γραφείο Τύπου και Κοινοβουλευτικής Ενημέρωσης της Βουλής αναφέρει ότι τόσο ο κ. Μεϊμαράκης όσο και ο κ. Παυλόπουλος διαψεύδουν κατηγορηματικά τον διάλογο." 

 «παράλογο» το φονικό. «Ουδείς λόγος υπήρχε να συμβεί αυτό στη Μινεσότα»


από την αθήνα για το gourmet-prolet, johnny mnemonic

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

φίλινγκ αλόουνε;

σε αυτούς που όταν περπατάω δίπλα τους σε μια πορεία, δε νιώθω μοναξιά
σε αυτές τα πρόσωπα των οποίων αναζητώ κάθε φορά που πέφτει μία πέτρα
σε αυτούς που ανταλάσσουμε βλέμματα στο κελάηδισμα μιας τζαμαρίας
σε αυτές που με χρωματισμένα δάχτυλα πιάνουν το στυλό την άλλη μέρα στη δουλειά
σε αυτούς που παρά το γερό τους στομάχι κρατάνε μαλόξ
σε αυτές που από την τσάντα βγάζουν ένα έξτρα μαντήλι
σε αυτούς που βρέχουν χάρτινη σε δύο όψεις γραμμένη βροχή
σε αυτές που δεν έμαθαν ακόμα πως τα ατμ δε λειτουργούν με ξύλινη βέργα
σε αυτούς που με βραχνιασμένη φωνή νανουρίζουν τα παιδιά τους το βράδυ
σε αυτές που τους μόνους φακούς που αφήνουν στους δρόμους μας, είναι φακοί επαφής
σε αυτούς που με μάτια δακρυσμένα χαμογελάνε
σε αυτές που οι μπλούζες τους παρέχουν προστασία από τη βροχή
σε αυτούς που λένε σ'αγαπώ στα οδοφράγματα
σε αυτές που  φιλιούνται μπροστά σ' ένα φλεγόμενο κάδο

δεν είμαστε μόνοι
 

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

στενεύουν τα περάσματα

 οι φίλοι μου φαντάσματα
 κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012


LA FIN DU VOYAGE

Στὸν Jules Supervielle
Στὸν Guillaume Apollinaire
Στὸν Blaise Cendrars
Στὸν Γιάννη Ρίτσο
Στὸν Ἄνθιμο Χατζηανθίμου
Στὸν Κλεῖτο Κύρου
Στὴν Ἑλένη Βακαλό

«Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ μοιάζει πάντοτε μὲ προδοσία…».
Μοιάζει μὲ τὶς φυλακισμένες ἀναμνήσεις μας στὰ κιγκλιδώματα τῶν ὀνείρων
Ποὺ ξεχύνονται μιὰ στιγμὴ στὸ φῶς κὶ ὕστερα ἐπιστρέφουνε μὲ μάτια θολὰ
Ἀπὸ παράξενες εἰκόνες χαμένες στοὺς διαδρόμους τοῦ χρόνου
–Φωτισμένες ξαφνικὰ ἀπὸ τοὺς περαστικοὺς προβολείς μακρινῶν πλοίων–
Ἐμεῖς ἀγαπούσαμε, καταργώντας τὰ σὺν καὶ τὰ πλην, και μένοντας πάντα χρεῶστες
Ξαπλώναμε στὴν ἀμμουδιὰ τῆς Ἀρετσοῦς ἢ στὰ παγκάκια τοῦ Διοικητηρίου
Σφυρίζαμε τὴ νύχτα στοὺς ἔρημους δρόμους καὶ γράφαμε συνθήματα ἐρωτικὰ
Στοὺς γκρίζους τοίχους ἀνάμεσα στὶς διαφημίσεις καὶ τὰ σφυροδρέπανα.
Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ μοιάζει πάντοτε μὲ προδοσία
Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ χωρὶς περιττὲς χειρονομίες ἢ ἐκνευριστικοὺς ἐνδοιασμοὺς
Τὸ τέλος κάθε ταξιδιοῦ –ἡ ἀφορμὴ τῶν παραισθήσεων.

Τὰ σκέφτεσαι ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν ἁπλούστερο τρόπο
Οἱ ὧρες, σὰν τὶς χάνδρες –θυμήσου– κομπολογιῶν τοῦ σεμινάριου
Αὐτοχτονοῦν στὸ ἀγκομαχητὸ τῶν τροχῶν
Ἀκόμα ὀχτώ, ἀκόμα ἕξι, κι ὕστερα φτάνουμε στὸ τέρμα (σὲ ποιό τέρμα;)
Κι ἐσὺ ξαπλωμένος στὴν ψηλότερη κουκέτα, κλίνη 21, ἀρ. 8
Βλέπεις ἀφηρημένα τὴν καράφα μὲ τὸ χλιαρὸ νερό, τὸ κρεμαστάρι,
Καπνίζεις ἀμέριμνος, δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν πειράξει ὁ καπνὸς
Σβήνεις τὸ φῶς καὶ πίσω ἀπὸ τ’ ἀχνισμένο τζάμι
Βλέπεις τὰ χιονισμένα τοπία νὰ περνοῦν γραμμὴ Λάρισα-Βλαδιβοστόκ.
Θέ μου, πῶς ἄντεξες μιὰν ὁλόκληρη βραδιὰ μὲ δυὸ χοντροὺς καὶ φλύαρους συνταξιδιῶτες
Μιλοῦνε γιὰ τὴν οἰκονομικὴ κρίση σὰ γιὰ μιὰ γριὰ ἐρωμένη ποὺ ἀγκιστρώθηκε ἐφιαλτικὰ στὴ ζωή τους
Σταρέμποροι, σταφιδέμποροι, ζωέμποροι, ὑπολογίζουν θετικὰ στὴν πανήγυρι τῶν Τρικάλων
Αὔριο θὰ βρίσκονται στὴ Ζαγορά, ἀντιμεθαύριο στὸ Ροσινιὸλ πίνοντας πίπερμαν μὲ σκορδαλιά.
Καὶ ἡ Μαρίνα ὅσο πάει καὶ ξεμακραίνει, κι ἄλλο χιλιόμετρο σὲ λίγο κι ἄλλο, κι ἄλλο…
«Ἄλλαξα λίγο, δὲ βρίσκεις;» (Ἐγὼ βρῆκα τὸν ἀληθινό μου προορισμό: νὰ μὴν ἀλλάζω).
Ὡραία, μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ὀμορφιᾶς ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀλλάξει
Οὔτε τὰ κακοχτενισμένα μαλλιά, τ’ ἀπεριποίητα χέρια,
Οἱ πατημένες παντόφλες μέσα στὸ σπίτι, ἡ ἀσιδέρωτη φούστα
Ὡραία, μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀμετάβλητης τελειότητας
(Ὑστερα  εἶναι καὶ τὸ παιδί… Θέλει νὰ φάει, νὰ γκρινιάσει καὶ τόσα ἄλλα ἀκατονόμαστα…)
Στὸ βάθος μιὰ ὑπεροψία, μιὰ ἀποκλειστικότητα, σὰ σῆμα, στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἀξιῶν, κατατεθέν,
Κι ἐσὺ ἀναρωτιέσαι πόσους σταθμούς, πόσα χιλιόμετρα θέλουμε ἀκόμη
Ἴσως περάσουν πάλι πέντε χρόνια –ναί, ναί, ἀκριβῶς– γιὰ νὰ ξαναγυρίσεις
Ἀπρόσμενα, βίαια, ξαφνικά, κι ἔτσι θὰ φύγεις πάλι
Χωρὶς περιττὲς χειςρονομίες, συμβατικοὺς ἐνδοιασμούς, παλινωδίες,
Καὶ θὰ ρωτάει πάλι νὰ μάθει: «ποὺ βρίσκεσαι»  –συνήθεια, μιὰ κάποια δόση τρυφερότητας ἢ ἀνία–
«Πῶς πᾶς», «τί κάνεις» ἢ «τί γράφεις» ἢ «θέλεις ἀκόμα λίγη ζάχαρη στὸν καφέ σου;».

Τρέχει τὸ τραῖνο –ποῦ καὶ γιατί καὶ τί σὲ νοιάζει–
Σ’ ἐνοχλεῖ τὸ χαμόγελο τοῦ ἐλεγκτῆ ποὺ τρυπᾶ μὲ τόση ἄνεση τὸ εἰσιτήριό σου
Σ’ ἐκνευρίζουν οἰ κοσμικὲς κυρίες ποὺ σχολιάζουν μὲ ἐμβρίθεια τοὺς πίνακες τοῦ Ἐγγονόπουλου
Σὲ πλήττει ἡ ἐπιμονὴ τῆς Φιφίκας ποὺ σοῦ στέλνει κάθε δυὸ μέρες ἀπελπισμένα χειρόγραφα
(Θέ μου, ξυρίζει κόντρα τὶς τρίχες της κι ὕστερα διαβάζει Νερούντα σὲ μετάφραση Κλείτου Κύρου
«Δὲ μ’ ἀγαπᾶς γιὰ τὴν ψυχή μου», λέει, κλαψουρίζοντας, «παρὰ γι’ αὐτό», καὶ μοῦ δείχνει…)
Κουράστηκες νὰ μελετᾶς τὶς παρενέργειες τῆς ὑδροχλωρικῆς λοβελίνης στὴ φυματιώδη μηνιγγίτιδα
Σιχάθηκες τ’ ἀνοιγμένα σκέλη καὶ τὸν ἐμβρυουλκὸ στὰ βρωμερὰ κρεβάτια τοῦ Δημοσίου Μαιευτηρίου.
Ταξίδεψες, ταξίδεψες, χωρὶς σκοπό, στὴν κλίνη 21, στὸ τρὰμ 3 Κολιάτσου-Κουκάκι, στὸ τμῆμα Μεταγωγῶν τῆς ὁδοῦ Φιλίππου, στὸ σπίτι τῆς μαντὰμ Κλάρας Καμχὴ κάθε Δευτέρα στὶς 9.
Ταξίδεψες, θρυμματίζοντας τὶς ἀναμνήσεις σου ἀπὸ μιὰν ἐφιαλτικὴ Πολιτεία, στὴν Πλατεία Ἀμερικῆς καὶ στὸ καφενεῖο τῶν Ναυτικῶν.
Ταξίδεψες τυραννώντας τὸν ἑαυτὸ σου γιἀ κάθε νοσηρὴ περίπτωση
Γιὰ τὶς ἀπόψεις τοῦ Μισούριν πάνω στὴν κληρονομικότητα
Γιὰ τὶς καινούριες θέσεις τοῦ Πιβὲρ στὸ Ἕκτο Συνέδριο
Γιὰ τὴν ἀπαίσια συμπεριφορὰ τῆς Ἐδουάρδας στὸν ὑπολοχαγὸ Γκλὰν
Γιὰ ὅ,τι χαμένο, ψάχνοντας δὲν μπόρεσες νὰ ξαναβρεῖς.

Γιὰ ἕνα γράμμα τῆς Μαρίνας ποὺ δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸν προορισμό του.

[το ποίημα από πάνω ^ είναι του ποιητή Μανούσου Φάσση, η ζωγραφιά από κάτω > είναι του ζωγράφου Αλέξη Ακριθάκη και λέγεται "Κόκκινες βαλίτσες", 1973]