Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017


Max Ritvo, Αιώνες, εκδ. Σαιξπηρικόν

Femme accroupie (Squatting Woman), Auguste Rodin, ?1882
In the early 1880's Rodin began to reproduce a spontaneous pose of his favourite model Adèle Abruzzesi. Ignoring the  academic habits of his time, he created a distorted female shape, revealing the woman's bare sex. According to Ruth Butler, the frankness of this pose demonstrates the unusually close report between the sculptor and his model. The hand touching the breast indicates the erotic character of the work; the hand grasping the feet allegedly refers to the french expression "prendre son pied" used among prostitutes for securing oneself a part of the pleasure bought by the suitor. A similar gesture can be found in ''Despair''.
This expressive but compact composition is included in 'The Gates of Hell' as a minor figure at the top of the right pilaster. It was also integrated in the group ''I Am Beautiful'' - an assemblage combining the 'Falling Man' with the ''Crouching Woman''. The title of the group was derived from a poem by Charles Baudelaire, 'Je suis belle'  (σημ. γκουρμέ: La Beauté) in ''Les Fleurs du Mal''.
As an independent work,  the 'Crouching Woman' became a major success; Octave Mirbeau, collector and supporter of Rodin, lovingly called this sculpture "my frog"; later it was celebrated as "one of the artist's most audacious achievements in sculpture form". In his essay for the catalogue of the Monet-Rodin exhibition of 1889, Gustave Geoffroy praised the sculpture's "back, where is marked the rebellion and fatigues of the flesh". 
Eventually, the subject was realised in various media and sizes: the bronze version is probably an enlargement of the terra-cotta version. Slightly different versions exist: one stone-base is higher than the other. The head is also executed separately, known as 'Head of Lust'.
The photo above shows a 'Crouching Woman' in combination with the burden of the 'The Caryatid' - another example of Rodin's tendency to combine elements from various sculptures in a new composition.

The shaking minarets, Sidi Bashir Mosque in 1866
[...] The mechanism that leads to vibration is still a mystery. An interesting thing about Jhulta Minar is that, it can even withstand the pressure of fast moving trains that pass from a distance not lying very far from the minaret. [...]

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

μικρό σχόλιο ενάντια στο φόβο

στη sofouska
στον coghnorti

Belles chaînes en qui s’engage
Le dieu dans la chair égaré

Receding (υποχωρώντας). Οι Αιώνες του Μαξ Ρίτβο ξεκινούν με αυτή τη λέξη που παραπέμπει σε στοιχεία που διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή: το γήρασμα, τη νόσο, κάτι που διαρκώς βαραίνει επιβάλλοντας οπισθοχώρηση. Πρόκειται για τον τίτλο του πρώτου ποιήματος της συλλογής, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι μια ποίηση για το θάνατο, παρά την αρχική εντύπωση.

Ο ποιητής στο πρώτο ποίημα μιλά έχοντας καταφέρει μια υποχώρηση άλλου είδους, μια επιστροφή στην κατάσταση του παιδιού. Γεννιέται, βλέπει γύρω του πρόσωπα γερασμένα, που έχουν σκληρύνει από κάτι (hardened with something), παρατηρεί τη θλίψη τους, το βαραίνουν οι προσδοκίες τους, διαισθάνεται την προσπάθεια να του επιβληθεί από νωρίς ένα διαρκές τρέξιμο, μέσα σε λευκές (υπόγειες;) στοές από πρότζεκτ, παρατηρεί τα πρόσωπα να προσπαθούν να γίνουν, να προσπαθούν να προλάβουν να κάνουν. 

Όμως ο ποιητής είναι παιδί, οι έγνοιες των ενηλίκων δεν τον απασχολούν, τις παρηγορεί, τις φροντίζει, τις βυζαίνει και τους υπενθυμίζει πως δεν χρειάζεται να ανησυχούν. Αν και βρέφος, θνησιγενές, έχει το βλέμμα στραμμένο στους αιώνες, σαν διάττων αστέρας, χωρίς σχέδια, χωρίς κατορθώματα, διακηρύττει σιβυλλικά και με οξεία ειρωνεία σ’ όλους αυτούς που θρηνούν για την τύχη του, πως υπάρχει κάτι βαθύτερο από το άγχος να αρθεί το προγονικό αμάρτημα με διαρκείς χειρονομίες άφεσης, προσπάθειες να καταφέρεις να γίνεις κάποιος, να κάνεις κάτι και συσσώρευση πράξεων· υπάρχει: το να συγχωρείσαι, όταν δεν έχεις κάνει τίποτα.

Αν η ποίηση είναι εξ ορισμού αμετάφραστη, οποιαδήποτε προσπάθεια να μεταφραστεί ένα ποίημα είναι ουσιαστικά προσπάθεια να γραφτεί το ποίημα απ’ την αρχή. Η τύχη που έχει ο μεταφραστής όταν γνωρίζει στοιχεία από τη βιογραφία του ποιητή, είναι πως έχει την ευκαιρία να προσπαθήσει να βουτήξει στο βίωμα και να γράψει το ίδιο ποίημα από αυτή τη θέση. Ο Μαξ Ρίτβο, σε καλεί να μπεις μαζί του στον μαγνητικό τομογράφο (Scan), να ακούσεις να σου λένε να ξαπλώσεις, να μείνεις ακίνητος (lie flat), να αισθανθείς την αβεβαιότητα, την κλειστοφοβία, να μπεις στο κρύο και λευκό τούνελ, να δεις τους αγαπημένους σου μέσα από το τζάμι να αγωνιούν. Και τότε θα μπορέσεις να ακούσεις εκείνη τη φωνή από το ηχειάκι του τομογράφου, θα αποφασίσεις με θάρρος πως δεν πρέπει να μεταφράσεις πιστά μα δύστροπα τη φωνή αυτή ως μη-τραγουδιστή (un-singing), είναι απλώς η φωνή του ακτινολόγου μέσα από το ηχείο, η φωνή των διαγνωστικών πρωτοκόλλων, μια φωνή επίπεδη, ηλεκτρική, που έχει χάσει την ανθρώπινη προσωδία της, τη μουσικότητά της, μια φωνή από αυτές που ακούγονται μέσα στις λευκές στοές και υπαγορεύουν εντολές. Όμως ο Μαξ Ρίτβο, ξαπλωμένος, ακίνητος, δεν γράφει ποιήματα για τον θάνατο, γράφει ενάντια στο θρήνο, το άγχος και το φόβο, γράφει για τη ζωή ενάντια στο θάνατο. Γράφει μια ποίηση που αμφισβητεί το διαχωριστικό τζάμι, χωρίς λόγια, ενσώματη, μια ποίηση σαν χειρονομία που σου στέλνει φιλάκια.

happy new Year!


Οι Αιώνες, του Μαξ Ρίτβο, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν