Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

στενεύουν τα περάσματα

 οι φίλοι μου φαντάσματα
 κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012


LA FIN DU VOYAGE

Στὸν Jules Supervielle
Στὸν Guillaume Apollinaire
Στὸν Blaise Cendrars
Στὸν Γιάννη Ρίτσο
Στὸν Ἄνθιμο Χατζηανθίμου
Στὸν Κλεῖτο Κύρου
Στὴν Ἑλένη Βακαλό

«Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ μοιάζει πάντοτε μὲ προδοσία…».
Μοιάζει μὲ τὶς φυλακισμένες ἀναμνήσεις μας στὰ κιγκλιδώματα τῶν ὀνείρων
Ποὺ ξεχύνονται μιὰ στιγμὴ στὸ φῶς κὶ ὕστερα ἐπιστρέφουνε μὲ μάτια θολὰ
Ἀπὸ παράξενες εἰκόνες χαμένες στοὺς διαδρόμους τοῦ χρόνου
–Φωτισμένες ξαφνικὰ ἀπὸ τοὺς περαστικοὺς προβολείς μακρινῶν πλοίων–
Ἐμεῖς ἀγαπούσαμε, καταργώντας τὰ σὺν καὶ τὰ πλην, και μένοντας πάντα χρεῶστες
Ξαπλώναμε στὴν ἀμμουδιὰ τῆς Ἀρετσοῦς ἢ στὰ παγκάκια τοῦ Διοικητηρίου
Σφυρίζαμε τὴ νύχτα στοὺς ἔρημους δρόμους καὶ γράφαμε συνθήματα ἐρωτικὰ
Στοὺς γκρίζους τοίχους ἀνάμεσα στὶς διαφημίσεις καὶ τὰ σφυροδρέπανα.
Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ μοιάζει πάντοτε μὲ προδοσία
Τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ χωρὶς περιττὲς χειρονομίες ἢ ἐκνευριστικοὺς ἐνδοιασμοὺς
Τὸ τέλος κάθε ταξιδιοῦ –ἡ ἀφορμὴ τῶν παραισθήσεων.

Τὰ σκέφτεσαι ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν ἁπλούστερο τρόπο
Οἱ ὧρες, σὰν τὶς χάνδρες –θυμήσου– κομπολογιῶν τοῦ σεμινάριου
Αὐτοχτονοῦν στὸ ἀγκομαχητὸ τῶν τροχῶν
Ἀκόμα ὀχτώ, ἀκόμα ἕξι, κι ὕστερα φτάνουμε στὸ τέρμα (σὲ ποιό τέρμα;)
Κι ἐσὺ ξαπλωμένος στὴν ψηλότερη κουκέτα, κλίνη 21, ἀρ. 8
Βλέπεις ἀφηρημένα τὴν καράφα μὲ τὸ χλιαρὸ νερό, τὸ κρεμαστάρι,
Καπνίζεις ἀμέριμνος, δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν πειράξει ὁ καπνὸς
Σβήνεις τὸ φῶς καὶ πίσω ἀπὸ τ’ ἀχνισμένο τζάμι
Βλέπεις τὰ χιονισμένα τοπία νὰ περνοῦν γραμμὴ Λάρισα-Βλαδιβοστόκ.
Θέ μου, πῶς ἄντεξες μιὰν ὁλόκληρη βραδιὰ μὲ δυὸ χοντροὺς καὶ φλύαρους συνταξιδιῶτες
Μιλοῦνε γιὰ τὴν οἰκονομικὴ κρίση σὰ γιὰ μιὰ γριὰ ἐρωμένη ποὺ ἀγκιστρώθηκε ἐφιαλτικὰ στὴ ζωή τους
Σταρέμποροι, σταφιδέμποροι, ζωέμποροι, ὑπολογίζουν θετικὰ στὴν πανήγυρι τῶν Τρικάλων
Αὔριο θὰ βρίσκονται στὴ Ζαγορά, ἀντιμεθαύριο στὸ Ροσινιὸλ πίνοντας πίπερμαν μὲ σκορδαλιά.
Καὶ ἡ Μαρίνα ὅσο πάει καὶ ξεμακραίνει, κι ἄλλο χιλιόμετρο σὲ λίγο κι ἄλλο, κι ἄλλο…
«Ἄλλαξα λίγο, δὲ βρίσκεις;» (Ἐγὼ βρῆκα τὸν ἀληθινό μου προορισμό: νὰ μὴν ἀλλάζω).
Ὡραία, μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ὀμορφιᾶς ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀλλάξει
Οὔτε τὰ κακοχτενισμένα μαλλιά, τ’ ἀπεριποίητα χέρια,
Οἱ πατημένες παντόφλες μέσα στὸ σπίτι, ἡ ἀσιδέρωτη φούστα
Ὡραία, μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀμετάβλητης τελειότητας
(Ὑστερα  εἶναι καὶ τὸ παιδί… Θέλει νὰ φάει, νὰ γκρινιάσει καὶ τόσα ἄλλα ἀκατονόμαστα…)
Στὸ βάθος μιὰ ὑπεροψία, μιὰ ἀποκλειστικότητα, σὰ σῆμα, στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἀξιῶν, κατατεθέν,
Κι ἐσὺ ἀναρωτιέσαι πόσους σταθμούς, πόσα χιλιόμετρα θέλουμε ἀκόμη
Ἴσως περάσουν πάλι πέντε χρόνια –ναί, ναί, ἀκριβῶς– γιὰ νὰ ξαναγυρίσεις
Ἀπρόσμενα, βίαια, ξαφνικά, κι ἔτσι θὰ φύγεις πάλι
Χωρὶς περιττὲς χειςρονομίες, συμβατικοὺς ἐνδοιασμούς, παλινωδίες,
Καὶ θὰ ρωτάει πάλι νὰ μάθει: «ποὺ βρίσκεσαι»  –συνήθεια, μιὰ κάποια δόση τρυφερότητας ἢ ἀνία–
«Πῶς πᾶς», «τί κάνεις» ἢ «τί γράφεις» ἢ «θέλεις ἀκόμα λίγη ζάχαρη στὸν καφέ σου;».

Τρέχει τὸ τραῖνο –ποῦ καὶ γιατί καὶ τί σὲ νοιάζει–
Σ’ ἐνοχλεῖ τὸ χαμόγελο τοῦ ἐλεγκτῆ ποὺ τρυπᾶ μὲ τόση ἄνεση τὸ εἰσιτήριό σου
Σ’ ἐκνευρίζουν οἰ κοσμικὲς κυρίες ποὺ σχολιάζουν μὲ ἐμβρίθεια τοὺς πίνακες τοῦ Ἐγγονόπουλου
Σὲ πλήττει ἡ ἐπιμονὴ τῆς Φιφίκας ποὺ σοῦ στέλνει κάθε δυὸ μέρες ἀπελπισμένα χειρόγραφα
(Θέ μου, ξυρίζει κόντρα τὶς τρίχες της κι ὕστερα διαβάζει Νερούντα σὲ μετάφραση Κλείτου Κύρου
«Δὲ μ’ ἀγαπᾶς γιὰ τὴν ψυχή μου», λέει, κλαψουρίζοντας, «παρὰ γι’ αὐτό», καὶ μοῦ δείχνει…)
Κουράστηκες νὰ μελετᾶς τὶς παρενέργειες τῆς ὑδροχλωρικῆς λοβελίνης στὴ φυματιώδη μηνιγγίτιδα
Σιχάθηκες τ’ ἀνοιγμένα σκέλη καὶ τὸν ἐμβρυουλκὸ στὰ βρωμερὰ κρεβάτια τοῦ Δημοσίου Μαιευτηρίου.
Ταξίδεψες, ταξίδεψες, χωρὶς σκοπό, στὴν κλίνη 21, στὸ τρὰμ 3 Κολιάτσου-Κουκάκι, στὸ τμῆμα Μεταγωγῶν τῆς ὁδοῦ Φιλίππου, στὸ σπίτι τῆς μαντὰμ Κλάρας Καμχὴ κάθε Δευτέρα στὶς 9.
Ταξίδεψες, θρυμματίζοντας τὶς ἀναμνήσεις σου ἀπὸ μιὰν ἐφιαλτικὴ Πολιτεία, στὴν Πλατεία Ἀμερικῆς καὶ στὸ καφενεῖο τῶν Ναυτικῶν.
Ταξίδεψες τυραννώντας τὸν ἑαυτὸ σου γιἀ κάθε νοσηρὴ περίπτωση
Γιὰ τὶς ἀπόψεις τοῦ Μισούριν πάνω στὴν κληρονομικότητα
Γιὰ τὶς καινούριες θέσεις τοῦ Πιβὲρ στὸ Ἕκτο Συνέδριο
Γιὰ τὴν ἀπαίσια συμπεριφορὰ τῆς Ἐδουάρδας στὸν ὑπολοχαγὸ Γκλὰν
Γιὰ ὅ,τι χαμένο, ψάχνοντας δὲν μπόρεσες νὰ ξαναβρεῖς.

Γιὰ ἕνα γράμμα τῆς Μαρίνας ποὺ δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸν προορισμό του.

[το ποίημα από πάνω ^ είναι του ποιητή Μανούσου Φάσση, η ζωγραφιά από κάτω > είναι του ζωγράφου Αλέξη Ακριθάκη και λέγεται "Κόκκινες βαλίτσες", 1973]



Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

και ο πόλεμος μόλις που ξεκίνησε


 ...κλαις για όλα όσα έχασες. Όντως, χάσαμε τα πάντα.
Αλλά κοίτα γύρω μας, κερδίσαμε αδερφούς και αδερφές,
τόσους πολλούς αδερφούς, τόσες πολλές αδερφές.
Τώρα, μόνο αυτή η νοσταλγία μας διαχωρίζει... από το άγνωστο.






...αυτοί, που λένε πως ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
και δεν κουβαλούν μαζί τους καμια άλλη συναισθηματική παιδεία 
πέρα από αυτή των μυθιστορημάτων και των τηλεταινιών, 
αξίζουν μια χλέπα στη μάπα.




...θυμήσου, είναι στα βάθη του διαχωρισμού που βρήκαμε τον κομμουνισμό.
Δεν είχε απομείνει τίποτα να μοιραστούμε, 
πέρα από αυτό που θέλαμε να μοιραστούμε..

απόπειρα μετάφρασης απoσπασμάτων του "Et la guerre est à peine commencée..."
από το bloom0101

μια άλλη μετάφραση αυτή τη φορά όλου του βίντεο μπορείτε να βρείτε εδώ


Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ...



Όταν με πιανει ανησυχια σκεφτομαι οτι

Θα κολυμπησω μεχρι να πνιξω τα μηρμυγκια που τρωνε τις σκεψεις μου

Θα κλαψω μεχρι να ξεπλυθουν τα σκουπιδια που βλεπω

Θα τραγουδησω μεχρι να σωθουν οι κραυγες που ακουω

Και μετα θα κοιμηθω για να συναντησω τους φιλους μου

Και να γινουμε οι τελευταιοι εφευρετες σ έναν κοσμο που χανεται.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Άρης Αλεξάνδρου

LES VOYELLES


Le premier jour de son émigration

étranger parmi les étrangers, muet
(il ne parlait pas leur langue sonore
chantante) le premier jour, il prêtait l' oreille
il boulevardait, il notait les voyelles
les o ouverts, les e fermés dans son cahier de musique
il modulait les airs en les sifflant, il écrivait des phrases
et le soir du premier jour il est entre dans un cafe.
U ie a a e io il vovalisa.
On lui a servi Une bière à la pression.
La bière était bien fraîche, désaltérante
il la buvait à petites gorgées
en se disant qu' il pouvait rester ici, dans ce pays
lui, un musicien, parmi les musiciens.

ΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Την πρώτη μέρα 
ξένος ανάμεσα σε ξένους, άλαλος,
(δε μιλούσε τη μουσική τραγουσιστή τους γλώσσα)
 την πρώτη μέρα αφουγκραζόταν,
περπάταγε στα βουλεβάρτα,
 σημείωνε τα φωνήεντα πάνω στο πεντάγραμμο
παράλλαζε τη διαδοχή των ήχων, σφυρίζοντάς τους
γράφοντας φράσεις και το βράδι
την πρώτη μέρα, μπήκε σε ένα καφενείο.
Έα οήι ύα βοκάλισε.
Του σέρβιραν Ένα ποτήρι μπύρα.
Η μπύρα είταν παγωμένη, ξεδιψαστική
την έπινε γουλιά γουλιά
και σκεφτόταν πως μπορεί να μείνει εδώ
σ'αυτή τη χώρα
αυτός ο μουσικός ανάμεσα σε μουσικούς.


Y.Γ. http://o-a-blog.blogspot.gr/2012/08/blog-post_24.html 


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

The Dark Knight is a fucking bourgeois-cop


Αν δεν επρόκειτο για μια καθαρή προπαγάνδα υπέρ του Νόμου και τη Τάξης δεν θα ασχολιόμουν καθόλου με την Επιστροφή του Σκοτεινoύ Ιππότη[1] που παίζεται αυτές τις μέρες στους σινεμάδες. Θα έκλαιγα, για δέκα περίπου λεπτά, τα επτάμιση ευρουλάκια που ξόδεψα για μια κακοστημένη ταινία, γεμάτη σεναριακές μπαρούφες, κλισέ και επαναλήψεις πραγμάτων που έγιναν στις δυο προηγούμενες ταινίες (Batman Begins-τελείως μούφα, The Dark Knight-η μόνη που αξίζει λόγω του Joker).
Όμως, στην περίπτωση του Dark Knight Rises έχουμε να κάνουμε με μια ταινία υπεράσπισης των καπιταλιστών (ο ίδιος ο Γουέιν-Μπάτμαν, το ΔΣ των Επιχειρήσεων Γουέιν, ο Φοξ), των μπάτσων (ο διοικητής Γκόρντον, ο νέουρας Μπλέικ και το πλήθος των αστυνομικών της Γκόθαμ  που παγιδεύεται στα τούνελ της πόλης)  και των μικροαστών (οι φιλήσυχοι πολίτες της Γκόθαμ, όπως ο καλός παπάς που φροντίζει τα ορφανά). Από την άλλη, ο παρανοϊκός τρομοκράτης Μπέιν, η συμμορία του και το ανώνυμο πλήθος που τον στηρίζει (φυλακισμένοι και όχι μόνο), η ηθική αυτουργός Μιράντα Τέιτ που κρύβεται πίσω από όλα (spoiler yeah!) αλλά και η Σελίνα (Cat-woman) προέρχονται από τις χαμηλές τάξεις, από τις χωματερές της κοινωνίας, όπως οι ίδιοι ή άλλοι αφηγούνται κατά τη διάρκεια της ταινίας.
Σκοπός των Κακών είναι να καταστρέψουν την Γκόθαμ Σίτι (τι άλλο) γιατί δε γουστάρουν τον δυτικό πολιτισμό. Είναι ενδεικτικοί οι στόχοι του πανούργου σχεδίου των Κακών: χρηματιστήριο (χρήμα), γήπεδο Μπέιζμπολ (θέαμα), αστυνομικά τμήματα και δημαρχείο (κράτος), σπίτια πλουσίων (αστική τάξη) κλπ. Ενδεικτική επίσης είναι η φρασεολογία καθώς η δράση των Κακών χαρακτηρίζεται «επανάσταση» και οι πρακτικές τους παρουσιάζονται χαοτικές, εγκληματικές και ολοκληρωτικές: κλέβουν και λεηλατούν τα σπίτια των πλουσίων  (κάτι αντίστοιχο με το οι κομμουνιστές θα σας πάρουν τα σπίτια) καταστρέφουν ό,τι τους καπνίσει (κάτι σαν τα «απρόκλητα επεισόδια των κουκουλοφόρων") και στήνουν δίκες όπου η μόνη επιλογή είναι ο «θάνατος» των κατηγορούμενων πλούσιων ή μπάτσων (παρωδία των λαϊκών δικαστηρίων) και κατεβάζουν τανκς στους δρόμους!!!
Ακόμη, υπάρχουν άμεσες αναφορές στον «ισλαμικό κίνδυνο», μέσω των φαντασμαγορικών εικόνων καταστροφής της πόλης με εκρηκτικά, μέσω της ενδυματολογίας των κακών και των φυλακισμένων στη φυλακή «πηγάδι» (από όπου προέρχονται και οι δυο βασικοί κακοί) και τέλος μέσω του μακαρίτη Κακού Ρας Αλ Γκουλ, πατέρα της κακοτάτης Τέιτ (spoiler ολε), που το όνομα του στα αραβικά σημαίνει το «Κεφάλι του Δαίμονα».
Στην ντεμέκ επική μάχη στο τέλος της ταινίας, έξω από το δημαρχείο της πόλης στο οποίο υπάρχει κατάληψη από τους Κακούς, οι δυο πλευρές Καλών-Κακών είναι τελείως ξεκάθαρες. Από τη μια είναι ο Μπέιν με τους οπαδούς του και από την άλλη οι ταλαιπωρημένοι αστυνομικοί που ήρθαν να δώσουν τη ζωή τους για να προστατέψουν την αγαπημένη τους Γκόθαμ, με τη βοήθεια πάντα του υπεργαμάτου Γουέιν-Μπατμαν, ο οποίος σε συνεργασία με την Σελίνα (την οποία και εξαγοράζει) καταφέρνουν να απελευθερώσουν τους μπάτσους από τα έγκατα της πόλης (κρίμα). Κλείνοντας η ταινία, και αφού ο ήρωας έχει σώσει την Γκόθαμ από πυρηνική βόμβα  (τι πρωτότυπο), βγαίνουν από τα σπίτια τους οι νοικοκυραίοι της πόλης που είχαν κλειστεί για να γλιτώσουν από το χαμό που προκάλεσε ο Μπέιν και οι οπαδοί του. Είναι αυτοί οι ανώνυμοι, φιλήσυχοι πολίτες που θέλουν να ζουν ευτυχισμένα την κανονικότητα μιας Γκόθαμ που οι κακοί είναι στο χώμα ή στη φυλακή και οι αστυνομικοί στους δρόμους για να προστατεύουν την ατομική ιδιοκτησία και την ατάραχη ζωή τους.
Για να μη μακρηγορώ η ταινία αποτελεί μια ελεεινή αντιστροφή της πραγματικότητας με μοναδικό σκοπό να μας πείσει πως χωρίς τάξη και ασφάλεια, χωρίς αστυνομία και κράτος, χωρίς αφεντικά και προστάτες δεν θα τη βγάλουμε καθαρή. 


[1] Σωστότερα θα έπρεπε να λέμε Άνοδος ή Ανάδυση του Σκοτεινού Ιππότη ή αν θέλουμε να το πάμε στο πορνογραφικό, θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε ως Η Ανερχόμενη Στύση του Σκοτεινού Ιππότη, μια και στην ταινία οι ωραίες γυναίκες γουστάρουν ή πηδάνε τον Μπάτμαν.  Τo Dark Knight Returns άλλωστε είναι ένα πολύ καλό κόμικ του Frank Miller.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

σκουληκιασμένη γαλέτα - τυρί τεμπεσίρι



"Ήδη τότε δεν έλειπαν οι Άραβες. Μήτε οι μαύροι. Μήτε οι Βιετναμέζοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Πορτογάλοι. Χωρίς πρόβλημα όμως. Η οικονομική κρίση το δημιούργησε το πρόβλημα. Η ανεργία. Όσο ανέβαινε η ανεργία τόσο πιο πολλούς τους βλέπαμε τους μετανάστες. Νόμιζες ότι ο αριθμός των Αράβων αυξανόταν σε αναλογία με τις στατιστικές της ανεργίας! Το άσπρο τους το ψωμί, οι Γάλλοι το έφαγαν τη δεκαετία του '70. Τώρα όμως δεν έπρεπε να έρθουν άλλοι να τους πάρουν έστω κι ένα ψίχουλο. Οι Άραβες να τι έκαναν: μας έκλεβαν τη μιζέρια από το πιάτο μας!"

Ζαν-Κλωντ Ιζζό,  απόσπασμα από Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας

"Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι — παρά με το Μιχαλολιάκο, έλεγαν για να δείξουν την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί - τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Μιχαλολιάκου βρισκότανε. Κι ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πήγαιναν στη δούλεψη του. Μα ο μαγνήτης που έσερνε την ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα. Να πατήσω μια στην κουβέρτα, έλεγα, και δουλειά όση θες."


Ηλίας Κασιδιάρης, απόσπασμα από τα Λόγια της Πλούτσας