Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

The way blacks dance


Με τον τρόπο που χορεύουν οι μαύροι, τον τρόπο που κάνουν έρωτα τα λιοντάρια, τον τρόπο που ουρλιάζουν οι λύκοι από την πείνα, εσύ κλαις, ανοίγεις τις φλέβες σου με λέξεις. Είναι πιο δυνατό από εσένα. Το βιβλίο είναι μια λερναία ύδρα εγκατεστημένη στο κεφάλι σου· σε καταβροχθίζει μέχρι την τελευταία σταγόνα αίματος.
Καθηλωμένη σε αυτό σταματάς να υπάρχεις. Δεν υπάρχουν πια ώρες, δεν υπάρχει πια μέρα, δεν υπάρχει πια νύχτα. Η μόνη αγάπη που σου απομένει είναι μια σιωπηλή λερναία ύδρα που καταβροχθίζει τα σωθικά σου. Ναι, αυτό είναι το γράψιμο. Να αδειάζεις τον εαυτό σου μέχρι το μεδούλι, να ζεις μια άλλη ζωή, να πιάνεσαι σε ένα κείμενο, να σε παρασύρει εντός του ζωντανή. Να γελάς, να κλαις, να καίγεσαι με λέξεις, να σε ξεγυμνώνουν οι λέξεις. Να ουρλιάζεις για έλεος και να επιστρέφεις για να σε μαχαιρώσουν στο λαιμό. Να αμφισβητείς τον εαυτό σου σε κάθε λέξη, σε κάθε πρόταση. Να δίνεις λαρύγγι στη σιωπή. Να ξέρεις ότι τίποτε δεν τελειώνει ποτέ, τίποτα δεν καθιερώνεται. Ότι πρέπει να ξαναρχίσεις κάθε φορά, να ρισκάρεις το δέρμα σου στο πιο μύχιο του κάθε μέρα, να χάσεις τα πάντα, να ξανακερδίσεις τα πάντα.
Το βιβλίο το οποίο είναι πιο δριμύ από έναν εραστή, το αγαπάς, παραδίνεσαι σ' αυτό, το μισείς. Παλεύεις μαζί του στα κρυφά, το στολίζεις και το ζωγραφίζεις με εξαίσια χρώματα όπως ένα τρελό είδωλο, μέρα τη μέρα δηλητηριάζεις τον εαυτό σου με αυτό. Κι έπειτα, όταν το μαρτύριο ολοκληρωθεί, όταν πιστεύεις ότι είσαι επιτέλους ελεύθερος, άλλο ένα ουρλιαχτό ξεπετιέται.
Όνειρό μου θα ήταν να ζω σ' ένα νησί, να φωλιάσω σε ένα βράχο, με τεράστιες, ευγενικές σαύρες σαν μοναδικούς μου αναγνώστες, οι οποίες θα έρχονταν, με τα προστατευτικά τους καύκαλα, να φάνε φύκια από το χέρι μου, με τον άνεμο και τα κύματα μοναδική μουσική. Δε θα υπήρχε άλλο ανάγκη να γράφω εκεί. Θα ήμασταν γυμνοί, λουσμένοι στο φως, αναπαυόμενοι σε μια σιωπή πιο όμορφη από οποιοδήποτε βιβλίο.
Και ο έρωτας θα ήταν ένα ψηλός μαύρος μάγος με εβένινο φύλο, που θα έλαμπε με μοσχοβόλο ιδρώτα, που θα παντρευόταν, πάνω στο κορμί μου, το ρυθμό της θάλασσας. Και θα πήγαινα για ύπνο, δεμένη με τους κρίκους των μακριών μαύρων πυθώνων του. Λευκός μάγος, μαύρος μάγος, τι σημασία έχει, αρκεί η μαγεία να μας ξεπερνά.
Να γράφεις είναι να σκοτώνεις, είναι να κυλιέσαι γυμνή στη στάχτη, είναι να δραπετεύεις στην αυτοκτονία και στην τρέλα. Φτύνεις στο πρόσωπό του, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο σκίζεις από πάνω του τα ζωντανά του μυστικά από τη σήψη και πεθαίνεις απ' αυτό. Γράφω για να ξεράσω τον εαυτό μου όπως φτιάχτηκα, γράφω για να διαιωνίσω τον εαυτό μου με τον τρόπο που αγαπήθηκα και πληγώθηκα, χαϊδεύτηκα και αναζωογονήθηκα. Καμιά πράξη δεν είναι λογική αν δεν φλέγεται, στη ρίζα των εαυτών μας, από τις κρυμμένες μας επιθυμίες. Πρέπει να τους δονεί επί πόνου θανάτου.

Grisélidis Réal, από το “Γιατί Γράφω”,
Gazette de Lausanne, 3 Απρίλη 1971.



Υ.Γ. καμιά φορά όταν ακούω τον αράπη του ζαμπέτα στο μυαλό μου έρχεται ο άλλος αράπης εκείνος με το δρεπάνι

Δεν υπάρχουν σχόλια: