Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Κουβαλώντας

 
Σε μια συγκυρία που το ΕΑΜ ανασυστήνεται στην κινηματική μνήμη και η λογική του μετώπου παρουσιάζεται ως η μόνη σανίδα σωτηρίας.
Σε μια καμπή του ανταγωνισμού που η κριτική γίνεται εμμονικά στη μορφή και όχι στα περιεχόμενα.
Όταν λενινιστές κι αναρχικοί ενώνονται με τα φυσεκλίκια τους.
Όταν τα κινήματα υποχωρούν κι αναδύεται η αντιπολίτευση των ειδικών (του ΣΥΡΙΖΑ & των όπλων).
Όταν κάνεις πορεία ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κάποιοι βρίσκουν τρούπα να τρουπώσουν για να μιλήσουν για τον x-y επαναστάτη τους.
Όταν η τελευταία νίκη(;) που διασώζει η κινηματική(;) μνήμη κάποιων είναι ο θάνατος τριών μπάτσων σε μια νυχτερινή συμπλοκή πριν από 29 χρόνια.



Όταν δηλαδή τα μόνα περιεχόμενα που κουβαλάμε είναι τα πτώματά μας...
 
 
 Τον διαγράψανε κατηγορώντας τον ότι είναι πράκτορας της Γκεσταπό και είπανε σε όλους να τον απομονώσουν. Υπάκουσα τότε στην κομματική εντολή, έπαψα να πηγαίνω σπίτι του (ευτυχώς, ούτε ο Χριστόφορος πάτησε στο δικό μου) μια φορά μάλιστα τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο και προσπέρασα σα να ήτανε ο οιοσδήποτε ξένος, παρ' όλο που τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Η διαγραφή του Χριστόφορου μας ανακοινώθηκε στις αρχές Αυγούστου1942, κάπου ένα μήνα μετά την εκτέλεση του Χάρη. Ο Αλέκος παραιτήθηκε τότε απ' την Οργάνωση, εξ αιτίας ακριβώς αυτής της διαγραφής, γιατί δεν πίστευε, λέει, στην ενοχή τουΧριστόφορου. Η κατηγορία ήτανε, λέει, παράλογη και ασύστατη, κατηγορία πολιτικής σκοπιμότητας, γιατί ήταν γεγονός ότι ο Χριστόφορος είχε τις προσωπικές του απόψεις για την εαμική τακτική μας, ήταν γεγονός ότι διαφωνούσε σε αρκετά σημεία με τη γραμμή τουΚόμματος, γκεσταπίτης όμως δεν υπήρξε ποτέ του και συνεπώς (κατά την άποψη πάντα του Αλέκου) η Οργάνωση κατέφυγε σε ένα χονδροειδέστατο ψέμα, για να απομονώσει τονΧριστόφορο μια και καλή, ή μάλλον να τον σβήσει από προσώπου γης, να τον εκτελέσει ηθικώς, ούτως ειπείν. Αν η Οργάνωση είχε αρκεστεί σε μια προφορική καταγγελία, μπορεί καινα υπάκουε ο Αλέκος στην κομματική απόφαση, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα διευθετηθούν,μα απ' τη στιγμή που κυκλοφόρησε πολυγραφημένη η απόφαση της διαγραφής, όπουαναφερότανε όχι μόνο το επαναστατικό του ψευδώνυμο (Χριστόφορος) μα και το πραγματικότου όνομα (Νίκος Ζακυνθινός) ακόμα και η πραγματική του διεύθυνση (Διδότου 343), απ' τηστιγμή εκείνη ο Αλέκος πείστηκε απόλυτα πως η ηθική εκτέλεση του Χριστόφορου είτανε οριστική και αμετάκλητη, έφτασε μάλιστα να μου πει ότι η δημοσίευσή της ισοδυναμούσε με κατάδοση του Χριστόφορου στις Αρχές Κατοχής, γιατί αν η Οργάνωση ήθελε να τον απομονώσει, έφτανε και παράφτανε το επαναστατικό του ψευδώνυμο, μια και όλοι οιοργανωμένοι τον ξέρανε ως Χριστόφορο. Ο Αλέκος μου εξήγησε ότι βρέθηκε σε «φοβερό δίλημμα», όχι τόσο επειδή είχε να διαλέξει ανάμεσα στο κομματικό καθήκον και στη φιλία τουμε τον Χριστόφορο, όσο γιατί έπρεπε να πάρει μια για πάντα μια απόφαση, αν θα υπάκουε δηλαδή στις κομματικές αποφάσεις, όποιες κι αν ήταν αυτές. Ελέγχοντας, λέει, τον εαυτό του,διεπίστωσε πως δεν μπορεί να υπακούει σε διαταγές που δεν πιστεύει, υπέβαλε λοιπόν την παραίτησή του στον Φαντάρο, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, ή μάλλον κατάπληξη, γιατί όπως πολύ σωστά του παρατήρησε ο Φαντάρος, «Το Κόμμα δεν είναι ούτε ιδιωτική επιχείρηση, ούτε δημόσια υπηρεσία απ' την οποία παραιτείσαι όποτε θέλεις» και να το σκεφτεί καλά, γιατί τέτοιο πράγμα δεν ξανάγινε κι αν επιμένει, θα τον διαγράψουμε. Ο Φαντάρος με έστειλε τότε να μεταπείσω τον Αλέκο κι εγώ υπάκουσα βεβαίως, [...]
 

 
[...] τον θυμόμουνα και τον σκεφτόμουνα συχνά τον Χριστόφορο κι όμως δεν είπα ποτέ την αλήθεια στην Οργάνωση, διότι πρώτον, καταθέτοντας υπέρ, θα ανάγκαζα βέβαια την Οργάνωση να με διαγράψει και δεύτερον, διότι κι εγώ ακόμα, εγώ που με είχε σώσει ο Χριστόφορος, εγώ που τον είδα να σκοτώνεται, δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος (τότε) για τη στάση του, γιατί ενδέχεται να είχε προσχωρήσει πράγματι στον εχθρό, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να φορέσει γερμανική στολή και ύστερα να το μετάνιωσε και να προσπάθησε να εξιλεωθεί, σώζοντάς με και αυτοκτονώντας, παρασύροντας στο θάνατο και μερικούς γερμανούς. Και εν πάση περιπτώσει, η πράξη του, όσο γενναία κι αν ήτανε, τον κατέτασσε μάλλον στην κατηγορία των ντεζεσπεράντος κι όχι των συνειδητών αγωνιστών και φυσικά θα ήταν λάθος να αποκαλύψω την αλήθεια (έστω κι αν εγώ προσωπικά δε θά 'χα να υποστώ καμιά συνέπεια, έστω κι αν ήμουν σίγουρος πως δε θα με διαγράφανε) γιατί λέγοντας την αλήθεια, θα ηρωποιούσα τον Χριστόφορο στα μάτια των νέων και θα ήταν σα να τον πρότεινα παράδειγμα προς μίμησιν, πράγμα που για να είμαι ειλικρινής, μου φαινότανε (τότε) απαράδεκτο. Έτσι, κατάντησε να βλέπω την απροσδόκητη επέμβαση του Χριστόφορου σαν φυσικό φαινόμενο,σαν έναν σεισμό λόγου χάρη, που γκρέμισε ξάφνου τους τοίχους της φυλακής μου κι εγώπετάχτηκα και βγήκα έξω. [...]
{Αλεξάνδρου, 1974}

Δεν υπάρχουν σχόλια: