Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Φιλολογικές αναλύσεις

Ο ρόλος του Γκοντάρ, ΚΔ τχ. #10

Από την αγγλική μετάφραση του Ken Knabb (ελαφρώς τροποποιημένη από την εκδοχή της Ανθολογίας της Καταστασιακής Διεθνούς).
 
Στον κινηματογράφο ο Γκοντάρ αντιπροσωπεύει την τυπική ψευδοελευθερία και την ψευδοκριτική των τρόπων και των αξιών – τις δυο αδιαχώριστες εκδηλώσεις κάθε ψεύτικης, ενσωματωμένης σύγχρονης τέχνης. Όλοι κάνουν τα πάντα για να τον παρουσιάσουν σαν παρεξηγημένο και μη εκτιμημένο καλλιτέχνη,συγκλονιστικά τολμηρό και άδικα απεχθανόμενο· και όλοι τον εγκωμιάζουν, από το περιοδικό Elle μέχρι τον Αραγκόν-τον-Γηραλαίο1. Παρά την απουσία κάποιας πραγματικής κριτικής στον Γκοντάρ, βλέπουμε να αναπτύσσεται μια κάποιου είδους αναλογία προς τη διάσημη θεωρία της αύξησης των αντιστάσεων στα σοσιαλιστικά καθεστώτα: όσο περισσότερο εξυμνείται ο Γκοντάρ ως εξαίσιος ηγέτης της σύγχρονης τέχνης, τόσο περισσότεροι άνθρωποι σπεύδουν να τον υπερασπιστούν έναντι απίστευτων συνωμοσιών. Οι επαναλήψεις των ίδιων αδέξιων ηλιθιοτήτων στις ταινίες του θεωρούνται αυτόματα ως συναρπαστικές καινοτομίες. Βρίσκονται πέρα από κάθε προσπάθεια ερμηνείας· οι θαυμαστές του τις καταναλώνουν τόσο μπερδεμένα και αφηρημένα όσο και ο Γκοντάρ τις παρήγαγε, επειδή αναγνωρίζουν σ' αυτές τη διαρκή έκφραση μιας υποκειμενικότητας. Αυτό αληθεύει, αλλά πρόκειται για μια υποκειμενικότητα στο επίπεδο ενός υπαλλήλου (concierge) διαπαιδαγωγημένου από τα μας-μίντια. Οι “κριτικές” στον Γκοντάρ δεν ξεπερνούν ποτέ το αβλαβές χιούμορ που είναι χαρακτηριστικό στα κόμικ των νυχτερινών μαγαζιών και στο περιοδικό Mad. Η περήφανη κουλτούρα του είναι εν πολλοίς ίδια με αυτήν του κοινού του, το οποίο έχει διαβάσει ακριβώς τις ίδιες σελίδες στις ίδιες εκδόσεις των περιπτέρων. Οι δυο πιο διάσημοι στίχοι από το πιο πολυδιαβασμένο ποίημα του πιο υπερεκτιμημένου Ισπανού ποιητή (“Αχ τι φοβερές εκείνες οι πέντε το απόγευμα – το αίμα δεν θέλω να το δω” στο Pierrot le Fou) αυτό είναι το κλειδί της μεθόδου του Γκοντάρ. Ο πιο διάσημος αποστάτης της σύγχρονης τέχνης, ο Αραγκόν, στο Lettres Françaises (9 Σεπτεμβρίου 1965), απέδωσε ένα φόρο τιμής στον νεαρότερο συνάδελφό του ο οποίος, προερχόμενος από έναν τέτοιο ειδικό, ταιριάζει απολύτως: “Η τέχνη σήμερα είναι ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ... υπεράνθρωπης ομορφιάς... διαρκούς εξαίσιας ομορφιάς... Δεν υπάρχει πρόδρομος του Γκοντάρ εκτός από τον Λοτρεαμόν... Αυτό το ιδιοφυές παιδί.” Ακόμα κι ο πιο αγαθός δε μπορεί να ξεγελαστεί έτσι απλά μετά από μια τέτοια μαρτυρία από μια τέτοια πηγή.
Ο Γκοντάρ είναι Ελβετός από τη Λοζάννη που φθονούσε το στυλ των Ελβετών της Γενέβης, κι έπειτα το στυλ των Ηλύσιων Πεδίων, και η επιτυχημένη άνοδός του από τις επαρχίες είναι άκρως παραδειγματική, σε ένα διάστημα που το σύστημα παλεύει να εισάγει τόσο πολλούς “πολιτισμικά αποστερημένους” ανθρώπους σε μια αξιοσέβαστη κατανάλωση κουλτούρας - ακόμα και “avant-garde” κουλτούρας, αν δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν αναφερόμαστε εδώ στην απολύτως κομφορμιστική εκμετάλλευση οποιασδήποτε τέχνης ομολογεί πως είναι καινοτόμα και κριτική. Καταδεικνύουμε την ευθέως κομφορμιστική χρήση του κινηματογράφου από τον Γκοντάρ. Βεβαίως, οι ταινίες, όπως τα τραγούδια, έχουν ενδογενείς δυνάμεις διαμόρφωσης του θεατή: ομορφιές, αν προτιμάτε, που είναι στη διάθεση εκείνων που επί του παρόντος έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τους εαυτούς τους. Ως ένα σημείο τέτοιοι άνθρωποι κάνουν μια σχετικά έξυπνη χρήση αυτών των δυνάμεων. Αλλά είναι σημείο των γενικών συνθηκών του καιρού μας το ότι η εξυπνάδα τους είναι τόσο περιορισμένη, και ότι η έκταση των δεσμών τους με τους κυρίαρχους τρόπους ζωής γρήγορα αποκαλύπτει τα απογοητευτικά όρια των εγχειρημάτων τους. Ο Γκοντάρ είναι για τον κινηματογράφο ότι ο Λεφέβρ ή ο Μορέν για την κοινωνική κριτική: ο καθένας τους κατέχει το φαίνεσθαι μιας κάποιας ελευθερίας στο στυλ ή στο θέμα (στην περίπτωση του Γκοντάρ, έναν σχετικά ελεύθερο τρόπο συγκριτικά με τις μπαγιάτικες συνταγές της κινηματογραφικής αφήγησης). Αλλά έχουν πάρει αυτήν την ελευθερία από κάπου αλλού: απ' ότι μπόρεσαν να αδράξουν από τις προχωρημένες εμπειρίες της εποχής. Αποτελούν το Club Med της σύγχρονης σκέψης (βλ. σε αυτό το τεύχος “Το Περιτύλιγμα του “Ελεύθερου Χρόνου” ”). Χρησιμοποιούν μια καρικατούρα ελευθερίας, σαν εμπορεύσιμη σαβούρα, στη θέση του αυθεντικού. Αυτό γίνεται σε όλα τα πεδία, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού της τυπικής καλλιτεχνικής ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο είναι απλώς ένα τμήμα του γενικότερου προβλήματος της ψευδοεπικοινωνίας. Η “κριτική” τέχνη του Γκοντάρ και οι κριτικοί τέχνης που τον θαυμάζουν, όλα τους δουλεύουν για να συγκαλύψουν τα τρέχοντα προβλήματα μιας κριτικής στην τέχνη -την αληθινή εμπειρία, σύμφωνα με μία φράση της ΚΔ, μιας “επικοινωνίας που εμπεριέχει την ίδια της την κριτική”. Σε τελική ανάλυση η παρούσα λειτουργία του Γκονταρισμού είναι να εμποδίσει μια καταστασιακή χρήση του κινηματογράφου.
Ο Αραγκόν ανέπτυσσε για κάποιο διάστημα τη θεωρία του για το κολάζ σε όλη τη σύγχρονη τέχνη μέχρι τον Γκοντάρ. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να ερμηνευθεί η μεταστροφή με τρόπο τέτοιο ώστε να επέλθει η διάβρωσή της από τον κυρίαρχο πολιτισμό. Θέτοντας τα θεμέλια για μια Τολιάτικη2 παραλλαγή Γαλλικού Σταλινισμού, οι Γκαροντί και Αραγκόν στήνουν ένα “εντελώς ανοικτό” καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ακριβώς την ίδια στιγμή κατά την οποία μετακινούνται “από το ανάθεμα στο διάλογο” με τους παπάδες. Ο Γκοντάρ θα μπορούσε να γίνει ο καλλιτεχνικός τους Τεϊλαρισμός3. Πράγματι το κολάζ, γενόμενο διάσημο από τον κυβισμό κατά τη διάλυση των πλαστικών τεχνών, είναι μόνο μια συγκεκριμένη περίπτωση (μια καταστροφική στιγμή) της μεταστροφής: είναι μετάθεση, η απιστία του στοιχείου. Η μεταστροφή, που την επεξεργάστηκε αρχικά ο Λοτρεαμόν, αποτελεί επιστροφή σε μια ανώτερη αφοσίωση στο στοιχείο. Εν πάσει περιπτώσει, η μεταστροφή κυριαρχείται από τη διαλεκτική αποαξιολόγηση-επαναξιολόγηση του στοιχείου εντός της ανάπτυξης ενός ενοποιημένου νοήματος. Αλλά το κολάζ του απλώς απαξιωμένου στοιχείου έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως, πολύ πριν να αποτελέσει δόγμα της Ποπ Αρτ, στο μοντέρνο σνομπισμό του μετατεθιμένου αντικειμένου (δημιουργία δοχείου μπαχαρικών από φιάλη χημείας, κ.τ.λ.)
Αυτή η αποδοχή της απαξίωσης επεκτείνεται τώρα σε μια μέθοδο συνδυασμού ουδέτερων στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο επ' άπειρον. Ο Γκοντάρ είναι ένα ιδιαίτερα βαρετό παράδειγμα μια τέτοιας χρήσης χωρίς άρνηση, χωρίς κατάφαση και χωρίς ποιότητα.

1Αραγκόν-ο-Γηραλαίος: δημοφιλής χαρακτηρισμός για το σουρεαλιστή Λουί Αραγκόν μετά που έγινε Σταλινικός. Κατά τις σουρεαλιστικές του ημέρες είχε κάνει κάποτε μια περιφρονητική αναφορά στη “Μόσχα-τη-Γηραλαία”
2(σ.τ.ε.μ.) Παλμίρο Τολιάτι: Γραμματέας του Κ.Κ.Ιταλίας από το 1927 μέχρι το 1964. 
3καλλιτεχνικός Τεϊλαρισμός: δηλ. μια μοντέρνα καλλιτεχνική-Σταλινική σύνθεση, σε αναλογία με τη μοντέρνα επιστημονική-Καθολική σύνθεση του Πιέρ Τεϊλάρ ντε Σαρντέν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: