Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Κριτική: "Τέχνη και Αξία"

Αληθινά Ιδιαίτερη

Ντέιβ Μπιτς, Τέχνη και Αξία: Η Οικονομική Ιδιαιτερότητα της Τέχνης στην Κλασσική, Νεοκλασσική και Μαρξιστική Οικονομική Θεωρία, Brill, Boston MA, 2015. x + 392 pp., £109.00 hb., 978 9 00428 814 0. *

Ο βασικός ισχυρισμός του Ντέιβ Μπιτς είναι πως η τέχνη δεν είναι εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα. Η τέχνη είναι αντίθετα, «ιδιαίτερη», καθώς στη διαδικασία, παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσής της, ακολουθεί πρότυπα που δεν εντάσσονται στο αντιληπτικό πεδίο της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Οι συγγραφείς της παρούσας κριτικής είναι απολύτως σύμφωνοι με τον ισχυρισμό αυτό. Πράγματι, έχοντας διαβάσει το βιβλίο, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε πως θα μπορούσε κανείς να διαφωνεί. Αρκεί να παρατηρήσει κάποιος -όπως κάνει εκτενώς ο Μπιτς- ότι τα έργα τέχνης δεν παράγονται λόγω ανάλωσης κεφαλαίου, ότι οι καλλιτέχνες δεν είναι μισθωτοί, και ότι η τιμή του έργου τέχνης στην αγορά δεν καθορίζεται μέσα από τον ανταγωνισμό όπως συμβαίνει με τα άλλα εμπορεύματα. Η περίπτωση της ιδιαίτερης θέσης της τέχνης ως προς την τυπική εμπορευματική παραγωγή φαίνεται λοιπόν να είναι ξεκάθαρη.  Αλίμονο, ο κόσμος (της τέχνης) δεν είναι τόσο απλός. Βασιλεύει η σύγχυση στο σημείο αυτό, ακόμα και -ή μάλλον κυρίως- μεταξύ Μαρξιστών.
Επίτευγμα του Μπιτς εδώ αποτελεί το ότι έχει αποδείξει, χωρίς να αφήνει περιθώριο για αμφισβήτηση, τη διαφορά ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την καπιταλιστική παραγωγή, και το κάνει αυτό σε ένα κείμενο που χαρακτηρίζεται από ευρυμάθεια βαθμού υψηλότερου από οτιδήποτε έχει δημοσιευθεί μέχρι τώρα επί του θέματος. Το Τέχνη και Αξία είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο το πλήθος υποθέσεων σχετικά με τον εμπορευματικό χαρακτήρα της τέχνης -ένας βάλτος, βέβαια, στον οποίο μια βασική κατανόηση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας βοηθάει σε σημαντικό βαθμό ώστε να καθαρίσει ο αέρας.  Πρόκειται περί εδάφους στο οποίο ακόμα και οι ειδικοί παραπατούν. Ας σκεφτούμε ένα άρθρο του 2012 στο ηλεκτρονικό περιοδικό nonsite.org γραμμένο από τον ακαδημαϊκό λογοτεχνίας Νίκολας Μπράουν, «Το Έργο Τέχνης στην Εποχή της Πραγματικής Υπαγωγής στο Κεφάλαιο». Ο τίτλος φυσικά προδίδει το μυστικό. Και η πρώτη πρόταση το δηλώνει ευθαρσώς: «Ότι και να είχαν επιθυμήσει οι προηγούμενες εποχές, είμαστε αρκετά σοφοί ώστε να γνωρίζουμε πως το έργο τέχνης είναι εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα».   Με το «πραγματική υπαγωγή», ο Μπράουν εννοεί κάτι περίπου όπως αυτό που ακολουθεί. Σε ορισμένες τουλάχιστον φάσεις της ιστορίας, τα έργα τέχνης μπορούν να παράγονται έξω από την επιταγή του να αλλοτριώνουν το προϊόν της εργασίας σε εμπόρευμα, και έτσι η τέχνη μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αξίας χρήσης αντί για ανταλλακτική αξία. Η πραγματική υπαγωγή κάνει την εμφάνισή της όταν η παραγωγή του έργου τέχνης είναι, αντίθετα, προσανατολισμένη αποκλειστικά προς την ανταλλαγή η υπαγωγή είναι λοιπόν συνώνυμη με την «ολοκλήρωση της παγκόσμιας αγοράς». Ο Καρλ Μαρξ έκανε λάθος, λέει ο Μπράουν, πιστεύοντας ότι η τέχνη κατείχε ιδιαίτερες δυνάμεις αντίστασης: τα μέσα καλλιτεχνικής παραγωγής έχουν υπαχθεί ο Μαρξ δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει πως «ό,τι κι αν είναι πραγματικά μη αφομοιώσιμο στην καλλιτεχνική εργασία θα έπαυε να έχει σημασία ότι η καλλιτέχνης, όταν δεν είναι πραγματικά πολιτιστική εργάτρια, θα είναι αναγκασμένη να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, με τρόπο αληθινά νεοφιλελεύθερο, ως επιχειρηματία του εαυτού της πως οποιοιδήποτε θύλακες αυτονομίας κι αν απέμειναν θα σταματούσαν να υπάρχουν χάνοντας την πρόσβαση στην κυκλοφορία και, όταν η πρόσβαση τους διδόταν, αυτοί θα έπαυαν πλέον να λειτουργούν ως ουσιαστικά αυτόνομοι».    
Για τον Μπράουν, η πραγματική υπαγωγή είναι ισοδύναμη με την κατάρρευση της αυτονομίας και της κριτικής δύναμης της τέχνης, πράγμα που αποτελεί καταστροφή η ελπίδα βρίσκεται μόνο στην απελευθέρωση της τέχνης από την δαγκάνα του εμπορεύματος. Ο Μπιτς πιθανόν να σημείωνε, ωστόσο, πως μες στη βιασύνη του να καταλήξει σε μια κριτική του καπιταλισμού, ο Μπράουν παρέλειψε να ορίσει καταλλήλως τι είναι καπιταλιστική παραγωγή. Και αυτό γιατί χρησιμοποιεί λαθεμένα την ορολογία του.  Η «υπαγωγή», κατά τη Μαρξική χρήση της έννοιας, δεν αναφέρεται στην παγκόσμια επέκταση της αγοράς, αλλά στην λειτουργική επιστασία του κεφαλαίου επί της παραγωγικής διαδικασίας, και ως εκ τούτου επί της εργασίας. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί πως τα έργα τέχνης βγαίνουν στην αγορά και μόνο οι απελπισμένοι ρομαντικοί θα αρνούνταν ότι συχνά παράγονται με αυτή την ίδια την αγορά κατά νου. Αυτό, ωστόσο, είναι ζήτημα διαφορετικό από το ερώτημα που μας θέτει ο Μπιτς: είναι άραγε αλήθεια το ότι, ακόμα και αν τα έργα τέχνης πωλούνται και μεταπωλούνται μέχρι αηδίας, παράγονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να χαρακτηριστεί καπιταλιστικός; Σε αυτό, η απάντηση του Μπιτς είναι «όχι». Η πραγματική υπαγωγή, σωστά νοούμενη, θα σήμαινε όχι μόνο την εξάρτηση των καλλιτεχνών από την αγορά. Θα σήμαινε επίσης της εξάρτησή τους από την αγορά όσον αφορά την εργασία τους. Θα σήμαινε την αναδιοργάνωση της καλλιτεχνικής παραγωγής ως απάντηση στη διαρκή ανταγωνιστική πίεση από άλλες αγορές τέχνης. Μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες τα έργα τέχνης αντιπροσωπεύουν την αποκρυστάλλωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας –υπολογισμένου με βάση τον μέσο αναγκαίο χρόνο  παραγωγής των έργων τέχνης σε ένα δεδομένο στάδιο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.  Ο Μπιτς σημειώνει πως καμιά από αυτές τις δυναμικές δεν βρίσκεται σε άμεση λειτουργία εντός της διαδικασίας παραγωγής υψηλής τέχνης. Οι καπιταλιστές δεν αγοράζουν την εργατική δύναμη των καλλιτεχνών προκειμένου να τη βάλουν στην παραγωγική διαδικασία με προσανατολισμό τη συσσώρευση αξίας. Ούτε και προσπαθούν γενικά να εξορθολογήσουν την παραγωγή έργων τέχνης με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας. Ίσως χαρακτηριστικότερο όλων, είναι το γεγονός πως τα έργα δεν ανταλλάζονται οπωσδήποτε -ή ακόμα και κατά κανόνα- σε τιμές που έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο για την παραγωγή τους. Η φήμη και η υπόληψη ενός καλλιτέχνη μπορεί αντίθετα να οδηγήσει ορισμένα έργα να πωλούνται σε τιμές που είναι κυριολεκτικά εκατομμύρια φορές υψηλότερες από αυτές που παρόμοια έργα αγνώστων, άσημων ή «αναδυόμενων» συναδέλφων τους θα έλπιζαν να πετύχουν. Η σύγχυση του Μπράουν πηγάζει από αυτό που ο Μπιτς ονομάζει το χαρακτηριστικό λάθος της Δυτικής Μαρξιστικής παράδοσης. Για τους συγγραφείς αυτούς, το γεγονός πως η (αυτό που ο Μπιτς ονομάζει) «χρηματική ισχύς» ασκεί μια αδιαμφισβήτητη επίδραση στον κόσμο της τέχνης συγχέεται με την ιδέα πως η τέχνη καθαυτή έχει γίνει απλώς ένας ακόμα (αδιαφοροποίητος) τομέας της καπιταλιστικής οικονομίας. Μορφές επιφανείς όπως ο Λούκατς, ο Αντόρνο και ο Ντεμπόρ πετυχαίνουν αυτή τη σύγχυση κατ’ αναλογία, χωρίς να ασχολούνται πραγματικά με την οικονομία. Το ότι η καπιταλιστική κοινωνία ασκεί καθοριστική επίδραση στην τέχνη παραμένει αδιαμφισβήτητο και αυτοί οι συγγραφείς έχουν κάνει αρκετά για να καταδείξουν την επίδραση αυτή  αλλά συγχέουν τις Μαρξικές κατηγορίες όταν επιχειρούν να πουν ότι αυτή η επίδραση έχει καταστήσει την τέχνη ένα είδος καπιταλιστικής παραγωγής περίπου ίδιο με όλα τα άλλα. To Τέχνη και Αξία απορρίπτει αυτή την έκθλιψη. Ο συγγραφέας του αντίθετα εστιάζει στην γενεαλογία των θεωριών της ιδιαιτερότητας της τέχνης ως προς τον καπιταλισμό, με σκοπό να τις φέρει σε ισορροπία και να προτείνει δικά του συμπεράσματα. Παρόλο που ο Μπιτς ανήκει πραγματικά στο Μαρξιστικό στρατόπεδο, δείχνει να βρίσκει μερικούς απρόσμενους συμμάχους στην πρώιμη ιστορία της οικονομικής σκέψης. Κλασσικοί οικονομολόγοι όπως ο Άνταμ Σμιθ, ο Ζαν-Μπατίστ Σε και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο ανέπτυξαν μια εκπληκτικά συνεκτική αναφορά περί της ιδιαιτερότητας της τέχνης, δίνοντας έμφαση σε ένα σύνολο παραγόντων οι οποίοι περιόριζαν τη δυνατότητα των δυνάμεων της αγοράς να ισορροπήσουν την προσφορά και τη ζήτηση στην περίπτωση των αντικειμένων τέχνης (και άλλων σπάνιων αγαθών). To Μέρος Ι του βιβλίου του Μπιτς, στο οποίο ερευνά την ιστορία της σκέψης που αφορά στην οικονομία της τέχνης από τον δέκατο όγδοο αιώνα μέχρι σήμερα, μας δίνει μια αφήγηση παρακμής.  Παρά την πολλά υποσχόμενη αρχή την οποία αντιπροσωπεύουν οι Σμιθ και Ρικάρντο, οι μετέπειτα συζητήσεις σχετικά με την οικονομία της τέχνης προσπάθησαν όλο και περισσότερο να ενσωματώσουν την τέχνη σε οικονομικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν για να εξηγήσουν μια καθολικά καπιταλιστική παραγωγή. Αυτό είναι πράγματι γεγονός, ειδικά για τη νεοκλασσική οικονομολογία, με την μαθηματικοποίηση της αγοράς και την αδιαφορία της για τις συνθήκες παραγωγής. Μέρος της κινητήριας δύναμης του Μπιτς, λοιπόν, για να γράψει το βιβλίο αυτό, είναι η πεποίθηση του πως ο Μαρξισμός συντάσσεται με τη νεοκλασσική οικονομολογία στην απόρριψη της ιδιαιτερότητας της τέχνης, παρά το γεγονός πως ο ίδιος ο Μαρξ επαναδιατυπώνει κριτικά το κληροδότημα της κλασσικής οικονομολογίας και φαίνεται να αναγνωρίζει σε πολλά σημεία τη μη εφαρμογή της κριτικής που ασκεί στην πολιτική οικονομία, στην περίπτωση της τέχνης. Έπειτα από αυτή την περίληψη, ο Μπιτς προετοιμάζει τον δρόμο για τη δική του ανασκευασμένη Μαρξιστική έκθεση περί της ιδιαιτερότητας της τέχνης μέσω μιας επιδέξιας, αν και ασκόπως κατανοητής περίληψης, της Μαρξικής θεωρίας της αξίας, της εργασίας και του καπιταλισμού.

Αλλά εδώ βρισκόμαστε αμέσως αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα: αν το νόημα της ώριμης Μαρξικής θεωρίας είναι να περιγράψει τη δυναμική μια πλήρως καπιταλιστικής οικονομίας με σκοπό να την υπερβεί, τότε είναι επίσης πιθανό αυτή η θεωρία να μην είναι ικανή να περιγράψει ιδιαίτερες οικονομικές περιπτώσεις. Όποιες κι αν είναι οι αρετές του Μαρξισμού, η επιθυμία του Μπιτς να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας θεωρίας της ιδιαιτερότητας της τέχνης αφού του φέρνει μπελάδες[1], καθιστώντας το βιβλίο περισσότερο μια εισαγωγή παρά μια επαρκή ανασκόπηση της οικονομίας της τέχνης.  
Το πρώτο σημείο δυσκολίας είναι η σύγχυσή του περί του εμπορευματικού χαρακτήρα της τέχνης, και η ταλάντευσή του γύρω από το ερώτημα του αν η εμπορευματική παραγωγή συνεπάγεται καπιταλισμό. Για εμάς, αυτό είναι απλό ζήτημα: δεν είναι όλα τα εμπορεύματα καπιταλιστικά.  Εμπόρευμα, με τον ορισμό που δίνει ο Μαρξ,  είναι ένα αγαθό που παράγεται με σκοπό την ανταλλαγή. Είναι, θεωρητικά τουλάχιστον, δυνατό να φανταστούμε μια κοινωνία της αγοράς που αποτελείται από ιδιοκτήτες-επιχειρηματίες ή χειροτέχνες οι οποίοι παράγουν αγαθά με σκοπό την ανταλλαγή αλλά δεν χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία και για τους οποίους η πώληση των προϊόντων δεν είναι μέσο με σκοπό τη συσσώρευση (Χ-Ε-Χ’), αλλά απλώς ένα μέσο για την έμμεση ικανοποίηση των αναγκών της κατανάλωσης. Ο Μπιτς φαίνεται να συμφωνεί στις αρχικές σελίδες του βιβλίου, σημειώνοντας πως «η εμφανής «εμπορευματοποίηση» της τέχνης δεν αποτελεί  απόδειξη του ότι η τέχνη έχει γίνει πια καπιταλιστική». Αλλά αργότερα αντιφάσκει, επιμένοντας επί της αναγκαίας σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και εμπορευματοποίησης και εξηγεί την ιδιαιτερότητα της τέχνης λέγοντας πως «η τέχνη έχει εμπορευματοποιηθεί χωρίς να εμπορευματοποιηθεί». Το τι εννοεί με αυτή τη φράση γίνεται πρόδηλο στο μέρος ΙΙ, όπου υποστηρίζει πως η τέχνη δεν παράγεται ως εμπόρευμα, αλλά γίνεται τέτοιο όταν πωλείται. Παραθέτει σωστά τον ορισμό του Μαρξ για το εμπόρευμα, ως κάτι το οποίο παράγεται με σκοπό την ανταλλαγή και  υποστηρίζει, μάλλον αποτυχημένα, πως αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση της τέχνης – σάμπως η πώληση των έργων ενός ζωγράφου να ήταν κάτι τυχαίο αντί για κάτι προσχεδιασμένο, όταν ακόμα και μια γρήγορη ματιά στη συμπεριφορά των καλλιτεχνών των προηγούμενων αιώνων αποδεικνύει το αντίθετο. Παρακάτω, ωστόσο, διαπράττει το βασικό σφάλμα των θέσεων αυτών, μπερδεύοντας την εμπορευματοποίηση και την υπαγωγή, και προσφέροντας έναν εντελώς διαφορετικό ορισμό για το εμπόρευμα: «τα έργα τέχνης δεν είναι ήδη εμπορεύματα εφόσον η παραγωγή τους δεν έχει υπαχθεί από τον καπιταλισμό». Με βάση το επιχείρημα αυτό, αν αποφασίσω να φτιάξω ένα περιδέραιο με τη δική μου εργασία και να το πουλήσω σε κάποιον, τότε δεν έχω παραγάγει ένα εμπόρευμα (παρόλο που προφανώς το έκανα με πρόθεση την ανταλλαγή). Η αντιφατικότητα στην ορολογία που χρησιμοποιεί ο Μπιτς σκιάζει την κατά τα άλλα συνεκτική μελέτη του περί του τι είναι και τι δεν είναι καπιταλισμός, αλλά καταδεικνύει και ένα όριο στην προσέγγισή του. Για τον Μπιτς, μια Μαρξιστική μελέτη της ιδιαιτερότητας της τέχνης σημαίνει τον έλεγχο της οικονομολογίας της τέχνης με βάση ένα σύνολο κανονιστικών κατηγοριών που βρίσκονται στις σελίδες του Κεφαλαίου (όπως μισθωτή εργασία, εμπόρευμα, πραγματική υπαγωγή, κεφάλαιο), αντί να σημαίνει την ανάπτυξη μιας πλήρους έκθεσης της δυναμικής της καπιταλιστικής οικονομίας όπως αυτή αλληλεπιδρά (ή δεν καταφέρνει να το κάνει) με τις ιδιαίτερες οικονομίες της τέχνης. Για παράδειγμα, παρόλο που ο Μπιτς αναλύει την κατάσταση των εμπορευμάτων τέχνης ως πολυτελών εμπορευμάτων και το γεγονός πως πληρώνονται από το πλεόνασμα που αποκτάται με την εκμετάλλευση της εργασίας, χάνει την ευκαιρία να σκεφτεί με συστηματικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα σε τέχνη και συσσώρευση. Δεδομένου ότι το χρήμα που ξοδεύεται για την τέχνη παρακρατείται από την επανεπένδυσή του στους τομείς εκείνους της οικονομίας που παράγουν υπεραξία, τότε άραγε δρα η κατανάλωση τέχνης ως τροχοπέδη στη συσσώρευση; Ή εναλλακτικά, παρέχει άραγε μια διέξοδο για την υπεραξία η οποία δεν είναι δυνατό να επενδυθεί επικερδώς σε συνθήκες, για παράδειγμα, υπερσυσσώρευσης; Αυτή η απουσία έμφασης σε δυναμικές διαδικασίες σημαίνει πως ο Μπιτς μπορεί να υποστηρίξει, και πειστικά μάλιστα, πως η τέχνη είναι ιδιαίτερη, αλλά δεν μπορεί βέβαια να μας πει γιατί. Αυτό που λείπει είναι μια έμφαση στις εξαιρετικά ανταγωνιστικές δυνάμεις που βρίσκονται στην καρδιά της κλασσικής θεωρίας περί της ιδιαιτερότητας της τέχνης και τις οποίες ο Μπιτς τις αποκηρύσσει καθώς δεν είναι αρκετά παραγωγο-κεντρικές. Κι όμως ο καπιταλισμός απαιτεί μια συγκεκριμένη παραγωγή,  μια παραγωγή για την αγορά, στην οποία οι τιμές της αγοράς και ο ανταγωνισμός απέναντι σε άλλους παραγωγούς αναγκάζει τους καπιταλιστές να εφαρμόζουν διαρκείς πρακτικές περικοπής του κόστους -επεκτείνοντας και εντατικοποιώντας και μηχανοποιώντας την εργασία- για να επιβιώσουν. Καθώς το κεφάλαιο -και μαζί του η εργασία- μεταφέρεται από τον ένα τομέα παραγωγής στον άλλο, αναζητώντας τον καλύτερο συντελεστή απόδοσης, μια διαρκής διαδικασία εντεινόμενης εκμετάλλευσης επιβάλλεται. Καμιά από αυτές τις δυναμικές δεν υφίσταται στην περίπτωση της οικονομίας της τέχνης, καθώς κάθε καλλιτέχνης είναι μια αποτελεσματική αυτόνομη γραμμή παραγωγής, που δεν είναι δυνατόν να προσφερθεί προς πώληση σε χαμηλότερη τιμή από κανέναν άλλο. Κανείς δεν μπορεί να πουλήσει πίνακες του Γκέρχαρντ Ρίχτερ εκτός από τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ και τους πληρεξουσίους του. Ακόμα κι αν κάποια από τις βοηθούς του Ρίχτερ παρήγαγε έναν πίνακα που ήταν ίδιος ακριβώς με έναν αυθεντικό Ρίχτερ, δεν θα μπορούσε να τον πουλήσει με το όνομά της για μια τιμή που να προσεγγίζει έστω τις τιμές του Ρίχτερ (όπως σημειώνει και ο ίδιος Μπιτς σε μια διαφωτιστική συζήτηση περί των βοηθών των καλλιτεχνών). Το δικαίωμα να παράγει και να πουλάει «Ρίχτερ» ανήκει στον Ρίχτερ και μόνο. Αυτό δεν είναι φυσικό χαρακτηριστικό της τέχνης, αλλά μάλλον ιστορικό χαρακτηριστικό της: εξαρτάται από τις έννοιες της πατρότητας και της μοναδικότητας του έργου τέχνης οι οποίες αναδύθηκαν μόλις τους τελευταίους αιώνες. Ο Μπιτς φαίνεται να θεωρεί a priori πως η τέχνη (ή ακριβέστερα, η καλλιτεχνική εργασία) δεν μπορεί να υπαχθεί στο κεφάλαιο. Επαρκώς ακριβές αυτό, στην πράξη. Ωστόσο, αυτό το γεγονός δεν αποτελεί εξήγηση της ιδιαίτερης θέσης της τέχνης, αλλά μάλλον μια ιστορική ανωμαλία που μένει να εξηγηθεί. Αυτό είναι το ιστορικό έργο που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκτελέσει ο Μπιτς.       
Ίσως να είναι υπερβολικό να περιμένουμε μια αναλυτική περιγραφή της γέννησης της τέχνης ως χωριστής σφαίρας σε ένα βιβλίο που είναι ήδη αρκετά βαρύ ως έχει. Εξίσου χρήσιμο θα ήταν να είχε αφιερώσει περισσότερη προσοχή στα συγκεκριμένα πολιτιστικά, θεσμικά και/ή τεχνικά εμπόδια που υπάρχουν ως προς την επένδυση στον τομέα της παραγωγής υψηλής τέχνης, κι έτσι να είναι επίσης πιο συγκεκριμένος όσον αφορά στο πως οι καλές τέχνες διαφέρουν από τους τομείς της «πολιτισμικής βιομηχανίας», όπως η παραγωγή ταινιών, αλλά και από πιο μεθοριακές καταστάσεις όπως το θέατρο ή η εκδοτική βιομηχανία, στις οποίες οι επιχειρήσεις μπορεί να είναι οργανωμένες κατά καπιταλιστικό ή και μη-καπιταλιστικό τρόπο. Μπαίνουμε στον πειρασμό να πούμε πως υπάρχει κάτι που έχει να κάνει με τις υλικές ιδιότητες των καλλιτεχνικών διαδικασιών που τις καθιστά ανθεκτικές στην υπαγωγή. Αλλά αν έχουν έτσι τα πράγματα, το ερώτημα που απαιτεί απάντηση είναι γιατί αυτές οι διαδικασίες παραμερίστηκαν -κι έτσι τους επιτράπηκε να επιβιώσουν- μεσούντος του ολοκληρωτικού μετασχηματισμού των δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής που επέβαλε το κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, τα φαινόμενα που ο Μπιτς παραθέτει είναι δυνατόν να περιγραφούν μόνο με όρους ιστορικής σχέσης ανάμεσα στην «προ-βιομηχανική» τεχνική και την δεδομένη κοινωνική και πολιτισμική -και όχι την αφηρημένα κατηγορική- ιδιαιτερότητα της τέχνης. Μια πλήρης περιγραφής της ιδιαιτερότητας ως εκ τούτου απαιτεί μια πιο προσεχτική θεώρηση των κοινωνικών θεμελίων της τέχνης και της ιστορικής της εξέλιξης μέσα στην αστική κοινωνία – ακριβώς το Δυτικό Μαρξιστικό πεδίο που ο συγγραφέας είναι αποφασισμένος να αποφύγει.     
Ομολογουμένως, ο Μπιτς καταπιάνεται με αυτά τα ζητήματα στα κεφάλαιά του περί της επίπτωσης της προνοιακής οικονομίας στην τέχνη. Μέλημά του, εδώ, είναι να περιγράψει τι συμβαίνει στις θεωρίες της αξιοποίησης όταν οι καλλιτέχνες γίνονται εξαρτημένοι πρωταρχικά από το κράτος αντί για την αγορά. Παρόλα αυτά, η «τέχνη», στις σελίδες αυτές, φαντάζει συχνά να είναι μια αδιαφοροποίητη, αμετάβλητη κατηγορία, της οποίας η παραγωγή και η κυκλοφορία απλώς μεταβάλλονται από αλλαγές στην πολιτική τάξη – για παράδειγμα από την μεταπολεμική Κεϋνσιανή συναίνεση στον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού μερικές δεκαετίες μετά. Μέρος του προβλήματος είναι πως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει το υλικό του ο Μπιτς. Αντί να δώσει έναν συστηματικό ορισμό για το τι είναι τέχνη και πως αυτή συμπεριφέρεται στην οικονομία, προχωρά εμμενώς με την εξέταση και την κριτική σε υπαρκτές οικονομικές κατηγορίες. Αποτέλεσμα είναι, οι έννοιες να τείνουν να στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη αντί να επιλύονται εντός μια συνεκτικής τάξης. Η τέχνης προφανώς είμαι, αναλόγως του πως την κοιτάς, ένα εμπόρευμα, ένα μη-εμπόρευμα, ένα δημόσιο αγαθό, ένα βασικό κοινωνικό αγαθό, μια πολυτέλεια, κάτι κοινό, και πολλά άλλα. Το τι κοινό έχουν όλα αυτά μεταξύ τους παραμένει κάπως αδιευκρίνιστο. 
Το βιβλίο του Μπιτς είναι ίσως πιο σημαντικό από όλες τις απόψεις ως κριτική των επίδοξων Μαρξιστικών ορθοδοξιών στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης και του πολιτιστικού σχολιασμού. Κατά αυτήν την έννοια αριστεύει. Δεν είναι και τόσο πετυχημένο, ωστόσο, ως προσπάθεια να παρατεθεί μια περιεκτική Μαρξιστική προσέγγιση του προβλήματος της ιδιαιτερότητας, αν και ίσως όχι λόγω δικού του σφάλματος: το Κεφάλαιο του Μαρξ δεν φτιάχτηκε για να εξηγήσει την παραγωγή αυτού του είδους. Το Τέχνη και Αξία μας αφήνει αδιαμφισβήτητα πολύ ικανότερους να αρθρώσουμε μια κατάλληλη οικονομική θεωρία της τέχνης. Κατά ειρωνικό τρόπο, ωστόσο, οι ίδιες οι θεωρητικές πηγές που επιτρέπουν στον Μπιτς να ανατρέψει τις κυρίαρχες απόψεις, ίσως να τον εμποδίζουν να δει καθαρά τον δρόμο για να προχωρήσει. Αν η τέχνη είναι ιδιαίτερη στον καπιταλισμό, μπορεί να είναι επίσης, κατά κάποιον τρόπο, ιδιαίτερη και ως προς αυτήν την θεωρητική ώθηση την οποία αποτελεί η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ. Οι επίδοξοι μαρξιστές καλά θα κάνουν να ξεκινήσουν από την αρχή με τον Άνταμ Σμιθ και με τον Ντέιβιντ Ρικάρντο.      
   
Jasper Bernes και Daniel Spaulding




[1] Η ασυνταξία είναι πιστή στην αβλεψία που υπάρχει στο πρωτότυπο κείμενο. 

* εδώ το βιβλίο σε προνομιακή τιμή: http://www.brill.com/products/book/art-and-value

Δεν υπάρχουν σχόλια: