Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αλλά τελικά μπόρεσα!

…Και δεν μπορώ να γράψω. Στρίβω το μυαλό μου δεξιά, αφήνω μια λαχανιασμένη ανάσα, το πάω λίγο στην άκρη του δρόμου της σκέψης που ακολουθούσα, και προσπαθώ να το ηρεμήσω. Απροειδοποίητα, και χωρίς καμία ντροπή εμφανίζεται μια καινούργια ιδέα, σαν αναλαμπή (που στα καρτούν είναι ο γλόμπος που ανάβει πάνω απ’ τα κεφάλια τους), και το μυαλουδάκι μου, αποκαμωμένο, την ακολουθεί σα λιγούρης μαλάκας που είδε ένα όμορφο ζουμερό κωλαράκι. Έχω εξαντληθεί από την τρίωρη προσπάθεια να σταματήσω τις σκέψεις, ή τουλάχιστον να φρενάρω το ξέφρενο όχημα που περιφέρεται μέσα στο κρανίο μου, κι έτσι σηκώνομαι απ’το κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα (απ’το στριφογύρισμα), και πιάνω ένα χαρτί κι ένα στυλό.

…Και δεν μπορώ να γράψω. Με φιλάει στο λαιμό, γιατί ξέρει ότι μου αρέσει, και ότι αν τα καταφέρει να μου αρέσει πολύ, θα μπορεί να μεκάνει ό,τι θέλει για την επόμενη μια ώρα τουλάχιστον. Μου γραπώνει δυνατά και τη λεκάνη δεξιά κι αριστερά, και με κολλάει στον τοίχο, αφού βλέπει ο άνθρωπος ότι έχει αρχίσει να μου τρέχει το σαλάκι, σημείο ενδεικτικό του «παραδίνομαι». Και τότε είναι που αισθάνομαι περίεργα, πνίγομαι, κάτι δε μου πάει καλά (μην είναι που με στρίμωξε πάνω στο καλοριφέρ?), αρχίζουν να μου έρχονται εικόνες από b-movies με ζόμπι, και αναρωτιέμαι «τον έβγαλα τον κιμά για να φάω αύριο κανά φαΐ της προκοπής?»,και μου ‘ρχεται ν’ αρχίσω να τσιρίζω και να κλαίω, γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Και λέω «μωρό μου συγγνώμη, δε φταις εσύ», αρπάζω ένα χαρτί κι ένα στυλό για να τα βγάλω από μέσα μου.

…Και (ω, ναι!) δεν μπορώ να γράψω. Κάθομαι στην πολυθρόνα. Την αριστερή όπως μπαίνεις στο δωμάτιο, εκείνη που είναι πιο κοντά στην πόρτα. «Πώς είσαι?» ρωτάει. Παίρνει την ίδια απάντηση κάθε βδομάδα, αλλά συνεχίζει να ρωτάει με συνέπεια. «Καλούτσικα, αλλά νιώθω ένα βάρος». Θέλω να προσθέσω και κάτι του στυλ «έφαγα πολύ τζατζίκι το μεσημέρι, βλέπεις», αλλά πάντα κρατιέμαι. Για τα επόμενα 50 λεπτά, πασχίζω να τη διαφωτίσω σχετικά με το βαθύτερο «είναι» μου, να της δώσω να καταλάβει την αγωνία που έχω σχετικά με την (ψιλοάχρηστη εδώ που τα λέμε) ύπαρξή μου στο μάταιο τούτο κόσμο, να της φτιάξω ένα χάρτη με τους ψυχαναγκασμούς και τις φοβίες μου (ζωή να ‘χουνε!). Βάζω όλο το φιλότιμο και το μεράκι μου, αναμένοντας ανταπόδοση. «Τα περιγράφεις πολύ συγκροτημένα και τα κατανοώ με τη λογική, αλλά δε μου μεταδίδεις συναίσθημα», λέει. Κι επειδή δεν είμαι ο τύπος που κλαίει και χτυπιέται στα πατώματα για να μεταδώσω συναίσθημα (τουλάχιστον όχι χωρίς αμοιβή), πληρώνω ακριβά την επίσκεψή μου, πάω στο πιο κοντινό καφενείο, βγάζω απ’την τσάντα ένα χαρτί κι ένα στυλό για να ξαλαφρώσουν τα μέσα μου.

…Και δεν μπορώ να γράψω…

Η αλήθεια είναι πως μέχρι τώρα δεν είχα σκέφτει να γράφω στον υπολογιστή!


2 σχόλια:

nocturne είπε...

βολευει να γραφεις στον υπολογιστη ρε

αλλαζει η ζωη σου ολη


"αρχίζουν να μου έρχονται εικόνες από b-movies με ζόμπι, και αναρωτιέμαι «τον έβγαλα τον κιμά για να φάω αύριο κανά φαΐ της προκοπής?»"

ζομπι = brainssss = φαΐ = κιμάς = μακαρονια με κιμα = τζίντζερ

τα ζόμπι μυρίζουνε τζίντζερ στο βάθος του μυαλού μου

so είπε...

Διακρινω ενα λογικο αλμα, αλλα οκ!