Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

άργησα νωρίς

Η καλοξυσμένη μύτη ενός μολυβιού πάνω σε μια λευκή σελίδα. Κι οι λέξεις στριμώχνονται θαρρείς στο πεπερασμένο ριγέ μήκος του μολυβιού, σπρώχνουν η μία την άλλη για το ποια θα βγει πρώτη από τη μαλακή μολυβένια μύτη του ξύλινου αυτού χωνιού. Το μολύβι μόνο του αποφασίζει ποια λέξη θα προηγηθεί και ποια θα ακολουθήσει στη σειρά, ποια θα λογοκριθεί και με ποια θα κάνει παρέα. Έπαψε εδώ και λίγο καιρό να λαμβάνει προσταγές από τα ανώτερα οργανωτικά κι εκτελεστικά κέντρα. Έχει αυτονομηθεί. Μετά από χρόνια σκλαβιάς ανάμεσα σε πλαγιαστά γράμματα σε τετράδια καλλιγραφίας, στα τετράγωνα της ρίζας του χ σε εξισώσεις, ανάμεσα σε μεσοκαθετους τριγώνων και υπολογισμούς συνισταμένων δυνάμεων σε κακοζωγραφισμένα κεκλιμένα επίπεδα, επιτέλους μπορεί να γράψει αυτά που πάντα ήθελε. Είχε ακούσει μια φορά μία πένα όλο στόμφο και λόγιο στυλ να μιλάει για τη συνειρμική γραφή και είχε ζηλέψει. Ήθελε κι αυτό να γράψει έτσι. Του είχαν όμως πει πως δε μπορεί να κάνει ό, τι θέλει. Ότι φτιάχτηκε για κάποιο σκοπό κι αυτό το σκοπό έμελλε να υπηρετεί μέχρι την τελευταία σταγόνα του γραφίτη του. Κι αυτό έκανε τόσα χρόνια με την ελπίδα πάντα ζωντανή στη 2Β μαλακή καρδιά του ότι θα έρθει η στιγμή που θα μπορέσει να γράψει αυτά που ποθεί. Επιτέλους η στιγμή είχε φτάσει. Βρισκόταν μόνο του πάνω στο ξύλινο γραφείο δίπλα σε μια λευκή σελίδα μισοσχισμένη, όπως κόπηκε βιαστικά από το μπλοκάκι με το σκληρό εξώφυλλο. Κι άρχισε να γράφει. Ποτάμι οι λέξεις από μέσα του, λέξεις που τόσο καιρό κρύβονταν στα έγκατα του νου του. Λέξεις γεμάτες γευστικές εικόνες, πολύχρωμα αρώματα, ευωδιαστούς ήχους. Μα πριν προλάβει να πει το ελάχιστο από αυτά που τόσο καιρό καταπίεζε μέσα του, κατάλαβε πως άλλος γραφίτης δεν του απέμενε πια. Τώρα όλα έβγαζαν νόημα…. Γι’ αυτό το είχαν παρατήσει μόνο του, γι’ αυτό χέρι δεν είχε προσπαθήσει να βιάσει τη σκέψη του αναγκάζοντάς το να γράψει σκέψεις ξένες, γι’ αυτό βρισκόταν δίπλα του αυτή η λευκή σελίδα. Το θεωρούσαν ακίνδυνο, παροπλισμένο από τη μάχη της γραφής. Συνέχισε να γράφει με την πεπλατυσμένη πια μύτη του αλλά ήταν μάταιο. Ο γραφίτης τελείωνε απελπιστικά γρήγορα και το ξύλινο περίβλημα γύρω από τη μύτη χάρασσε χωρίς οίκτο τη σελίδα. Περισσότερο χάρασσε πια παρά έγραφε. Στο τέλος της σελίδας το εντύπωμα μίας φράσης, της οποίας το αρνητικό έμελλε να φανερωθεί όταν κάποιο άλλο μολύβι θα περνούσε απαλά πάνω από την ταλαιπωρημένη σελίδα: είναι πολύ νωρίς κι έχω κιόλας αργήσει. Τα μόνα που απέμειναν ∙ οι λέξεις αυτές και το μικρό μολύβι ξεψυχισμένο στου πληγωμένου χαρτιού το πλάι.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=n3XXfg0mfi0

Ανώνυμος είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=FlsteY65v24

BinaKara είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=ieugRd0bQ50

marimar juanita είπε...

maresei pou kanoume dialogo....

τακης είπε...

ε αυτα παθαινει οποιος δεν εχει φιλους...ας εκανε παρεα με μια ξυστρα κ θα του εφευγε αυτη η γενικη μελαγχολια κ ματαιοτητα...

BinaKara είπε...

έχει φίλους...αλλά είναι πολύ μικρό για να ξυθεί πια. δεν έχει άλλο γραφίτη.αλλά μου ήρθε ιδέα!μπορεί να γράψει από την ανάποδη του αφήνοντας κατακόκκινο σημάδι με το κόκκινο κομβίο στην κορυφή του!